Μια φορά, ήταν ένα άλογο που φοβόταν το νερό και, για να αντιμετωπίσει το φόβο του, πηγαινορχόταν στο Παρίσι κολυμπώντας. Στο δρόμο, έπινε πολύ νερό αλμυρό, αλλά συνέχιζε απτόητο την άσκηση. Το σωσίβιο που φορούσε στο λαιμό, του θύμιζε τα χάμουρα κι έτσι νόμιζε πως ο -ανύπαρκτος- αναβάτης είχε την ευθύνη της πορείας στη θάλασσα. Οταν κατάλαβε ότι αναβάτης δεν υπήρχε, ζήτησε τη συμβουλή του ναυτικού κι ο ναυτικός του είπε να φορέσει βατραχοπέδιλα. Το άλογο σκότωσε ένα βάτραχο κι έκλεψε τα πέδιλά του. Ξέχασε να σκοτώσει κι άλλον ένα βάτραχο για να κλέψει κι άλλα δυο βατραχοπέδιλα. Ετσι, το οικοδόμημα της εμπιστοσύνης του στα βατράχια κατέρρευσε μέσα σε μια νύχτα. Χρέωνε όλα τα βατράχια με τη λιποψυχία του, που δεν μπορεσε να σκοτώσει δυο, αλλά μόνον ένα. Οταν ξημέρωσε, αποφάσισε να δοκιμάσει να ταξιδέψει -πάλι για Παρίσι, εννοείται- με το σωσίβιο και δυο βατραχοπέδιλα μονάχα. Ο εξοπλισμός αυτός δεν το βοήθησε καθόλου κι έτσι το άλογο πνίγηκε σε μια κουταλιά νερό. Ο ναυτικός κρατούσε το κουτάλι.Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009
087. όταν το άλογο φορά πέδιλα βατράχου
Μια φορά, ήταν ένα άλογο που φοβόταν το νερό και, για να αντιμετωπίσει το φόβο του, πηγαινορχόταν στο Παρίσι κολυμπώντας. Στο δρόμο, έπινε πολύ νερό αλμυρό, αλλά συνέχιζε απτόητο την άσκηση. Το σωσίβιο που φορούσε στο λαιμό, του θύμιζε τα χάμουρα κι έτσι νόμιζε πως ο -ανύπαρκτος- αναβάτης είχε την ευθύνη της πορείας στη θάλασσα. Οταν κατάλαβε ότι αναβάτης δεν υπήρχε, ζήτησε τη συμβουλή του ναυτικού κι ο ναυτικός του είπε να φορέσει βατραχοπέδιλα. Το άλογο σκότωσε ένα βάτραχο κι έκλεψε τα πέδιλά του. Ξέχασε να σκοτώσει κι άλλον ένα βάτραχο για να κλέψει κι άλλα δυο βατραχοπέδιλα. Ετσι, το οικοδόμημα της εμπιστοσύνης του στα βατράχια κατέρρευσε μέσα σε μια νύχτα. Χρέωνε όλα τα βατράχια με τη λιποψυχία του, που δεν μπορεσε να σκοτώσει δυο, αλλά μόνον ένα. Οταν ξημέρωσε, αποφάσισε να δοκιμάσει να ταξιδέψει -πάλι για Παρίσι, εννοείται- με το σωσίβιο και δυο βατραχοπέδιλα μονάχα. Ο εξοπλισμός αυτός δεν το βοήθησε καθόλου κι έτσι το άλογο πνίγηκε σε μια κουταλιά νερό. Ο ναυτικός κρατούσε το κουτάλι.Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009
086. δυο τρύπες στο νερό
Μια φορά, ήταν δυο σταγόνες νερού που συζητούσαν. Ξαφνικά, η μια κατέβασε μια ιδέα: «Δεν κάνουμε δυο τρύπες στο νερό;» ρώτησε την άλλη και η άλλη σταγόνα απάντησε: «Μα αφού το ξέρεις, δεν γίνονται τρύπες στο νερό!» Με το πες πες όμως, η πρώτη σταγόνα έπεισε τη δεύτερη να δοκιμάσουν. «Ας το δοκιμάσουμε, τουλάχιστον, τι έχουμε να χάσουμε;» της είπε. Ετσι, αποφάσισαν να κάνουν δυο τρύπες στο νερό κι έπεσαν με ορμή πάνω σε μια νερένια επιφάνεια και το νερό κατάπιε και τις δυο και ξεδίψασε.
Einmal waren da zwei Tropfen Wasser, die miteinander sprachen. Plötzlich kam dem einen eine Idee. „Sollen wir nicht zwei Löcher ins Wasser machen?“, fragte er den anderen und der andere Tropfen antwortete. „Aber Du weißt doch, das geht nicht, es gibt keine Löcher im Wasser!“ Wo sie aber so daherbabbelten, überzeugte der erste Tropfen den zweiten, es einmal zu versuchen. „Lass es uns zumindest einmal versuchen, was haben wir denn zu verlieren?“, sagte er. So beschlossen sie, zwei Löcher ins Wasser zu machen, fielen schwungvoll auf eine Wasseroberfläche und das Wasser verschluckte beide und stillte seinen Durst.
__________
μετάφραση από την Gerrit Monnartz
Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009
085. ο ωραίος Μεργκαέλ και το αυγό
Ο ωραίος Μεργκαέλ είχε τρία μερόνυχτα να κοιμηθεί και νύσταζε πολύ. Νύσταζε τόσο πολύ, που επιθυμούσε να βρεθεί μέσα σε ένα αυγό και να κοιμηθεί μακαρίως μακριά από κάθε θόρυβο. Το αυγό -έτσι νόμιζε και μπορεί να είχε και δίκιο- είναι στεγανό από κάθε ήχο, με άψογη ηχομόνωση. Ετσι, το μόνο μέρος όπου θα μπορούσε κανείς να ησυχάσει και να κοιμηθεί όσο θέλει, ήταν, κατά τη γνώμη του, ένα αυγό. Πήρε λοιπόν ένα αυγό, αποφασισμένος να κάνει πράξη τη φαντασία του. Πώς όμως θα έμπαινε μέσα στο αυγό χωρίς να το σπάσει; Αυτό ήταν μεγάλο πρόβλημα και ο ωραίος Μεργκαέλ καθόταν και κοίταζε το αυγό ψάχνοντας να βρει κάποια λύση. Καθόταν και κοίταζε το αυγό με τις ώρες, μέχρι που έγινε αληθινό κοτόπουλο!Κυριακή, Μαΐου 03, 2009
Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009
083. το πάρτι της καρφίτσας
Η δεσποινίς Ζωή καθόταν πάνω στα ξώφτερνα ψηλοτάκουνα ξύλινα γοβάκια της. Το δέρμα των υπέροχων ποδιών της αεριζόταν μέσα από το διχτυωτό μαύρο καλσόν. Είχε αποκάμει να χορεύει στο πάρτι της καρφίτσας, ένα πάρτι όπου δεν έπεφτε καρφίτσα, που λένε. Είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει την αλήθεια του ρητού αυτού όταν έπεσε η μικρή καρφίτσα που συγκρατούσε το στρίφωμα του αριστερού της μανικιού τη στιγμή που, με το χέρι αυτό σηκωμένο ψηλά, εκτελούσε μια χορευτική φιγούρα. Η καρφίτσα έμεινε μετέωρη διερωτώμενη για την οδό η οποία θα την οδηγούσε στο πάτωμα, δεδομένου ότι το πάτωμα είναι ο απώτερος προορισμός όλων των καρφιτσών ανεξαρτήτως μεγέθους, αλλά δρόμο δεν έβρισκε κι έτσι έμεινε μετέωρη να χορεύει κι αυτή -στον αέρα όμως.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

