Ο ωραίος Μεργκαέλ έβραζε το ζουμί για πέντε ώρες και, όταν άνοιξε την κατσαρόλα να το δοκιμάσει, έπεσε κάτω από το υπέροχο άρωμα που το ζουμί εξέπεμπε και, όταν άνοιξε τα μάτια, είδε το ζουμί να έχει πλημμυρίσει το μικρό σύμπαν της κουζίνας και, όταν αποφάσισε να σηκωθεί, κατάλαβε πως ήταν κολλημένος στα ζουμιά και, όταν προσπάθησε να ξεκολλήσει, διαπίστωσε πως αυτό ήταν ακατόρθωτο κι έτσι έσκισε τα ρούχα του και σηκώθηκε ολόγυμνος, σερβίρισε το ωραίον ζουμάκι εντός ενός βαθέως πιάτου χρώματος λουλακί και το ρούφηξε ως τον πάτο. «Τελικώς», εσκέφθη ο ωραίος Μεργκαέλ, «καλύτερα να έβραζα στο ζουμί μου, παρά να έβραζα ζουμί» και, κατόπιν αυτής της σκέψεως, εφτερνίσθη και τα ζουμιά εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου