Ηταν μια γυναίκα που έτρωγε γυαλιά. Δεν ήξερε ότι θα μπορούσε να το κάνει αυτό, να τρώει γυαλιά δηλαδή, αλλά το έμαθε όταν κάποτε, πάνω στα νεύρα της, δάγκωσε ένα λεπτοσκαλισμένο ποτηράκι του ούζου. Τρόμαξε μόλις ένιωσε τα γυαλιά μέσα στο στόμα της, φοβήθηκε πως θα της έκαναν μεγάλη ζημιά και προσπαθούσε μη τυχόν τα καταπιεί. Γυροφέρνοντας πέρα δώθε τα κομμάτια του γυαλιού με τη γλώσσα, τα ένιωσε να σμιλεύονται, να χάνουν τις κοφτερές τους απολήξεις, να γίνονται λεία εντελώς και να μικραίνουν. Στο τέλος, έγιναν μικρές μπαλίτσες σαν χάντρες μαργαριταρένιες. Εφτυσε τότε τις χαντρες στη χούφτα της κι έτρεξε να δαγκώσει μερικά ποτηράκια ακόμα. Είχε απόλυτη ανάγκη από ένα μακρύ μακρύ κολλιέ!
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου