skip to main |
skip to sidebar
Η βραχνή λαρύγγω, ντυμένη στα μαύρα, ανέβηκε στο πάλκο. Τάνυσε τους μύες του λαιμού μήπως και μακρύνει. Κίνησε το λαιμό, δεξιά αριστερά και άνω, με το βλέμμα πάντα στυλωμένο στο πάτωμα -σεμνά. Προσπάθησε να φέρει στο νου της την άρια που είχε δει να τραγουδά σε ένα κανάλι μια μεγάλη αοιδός της όπερας, μαυροντυμένη επίσης, και αμόλησε το πρώτο τριπλό βογγητό: «Ααααααχ - αααααα - ΑΧ!» Το κοινό παρακολουθούσε μαγεμένο και εκείνη συνέχισε να καθαρίζει το λαρύγγι της νομίζοντας ότι άδει. Το κοινό επίσης, νόμιζε ότι αυτό είναι τραγούδι, χειροκροτούσε από καιρού εις καιρόν, μεταξύ των τσουγκρισμάτων «εβίβα!», «να παν τα φαρμάκια κάτω!» και «να καούν τα τέλια!» μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε ένα πραγματικό γαύγισμα έξω από το μαγαζί.
Στην αρχή, πήρε ένα σεντονάκι και τυλίχτηκε. Κατόπιν, πήρε και μια λινή κουβερτούλα. Μετά, έβαλε από πάνω μια κουβέρτα μάλλινη. Υστερα, πρόσθεσε πάνω από όλα αυτά ένα πάπλωμα λεπτό. Στο τέλος, επειδή εξακολουθούσε να κρυώνει πολύ, ο πάγος της ψυχής να κριτσανίζει στα δόντια σα να μάσαγε άμμο, χώθηκε κάτω από ένα ηφαίστειο, έλιωσε, και τινάχτηκε μαζί με τη λάβα όταν αυτό εξερράγει. Λίγο μετά την έκρηξη, αποφάσισε να τετραγωνίσει τη σκέψη του και να τα βλέπει όλα σε χρώμα γκριζοπράσινο ανοιχτό.
Ο σεβαστός Μεργκαέλ Ωγκαίο αποφάσισε να αυτοπυροβοληθεί, κυρίως επειδή δεν έβρισκε κίνητρο για να ζει. Το πάγωμα της εικόνας ήταν απλώς το πρόσχημα. Δεν είχε τίποτα πλέον να αποδείξει στον εαυτό του, ήταν απολύτως βέβαιος για τις ικανότητές του, ο κόσμος θα συνέχιζε να ζει και χωρίς αυτόν, οι κινητοποιήσεις είχαν πάψει να τον συγκινούν, η ανθρώπινη βλακεία δεν υπήρχε περίπτωση να ηττηθεί. Ετσι, δεν υπήρχε λόγος να παρατείνει την ανούσια ύπαρξή του σε ένα περιβάλλον αφιλόξενο.
Αυτό που πρόσεξε ο σεβαστός Μεργκαέλ Ωγκαίο τη στιγμή που πίεζε τη σκανδάλη, ήταν να υπερασπίσει το θησαυρό των ματιών του. Η απόφασή του να αυτοπυροβοληθεί δεν ήταν στιγμιαία. Είχε κάνει αρκετές δοκιμές και μελέτες επί χάρτου περί της πορείας του βλήματος και ήταν απολύτως έτοιμος τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής του: εκείνη τη στιγμή που θα του άνοιγε άγνωστους δρόμους αυτογνωσίας ή θα τον οδηγούσε στο απόλυτο Τίποτα. Για την περίπτωση που θα ξέφευγε τον εναγκαλισμό του Τίποτα, επιθυμούσε να διατηρήσει την όρασή του. Το ότι μονάχα το ένα του μάτι κατάφερε να διασωθεί, ήταν απλώς ένα λάθος οφειλόμενο σε στιγμιαίο τρέμουλο του αριστερού του δείκτη, έτσι ο σεβαστός Μεργκαέλ έμεινε πλέον υπερασπιστής του θησαυρού του ενός ματιού.
Με τα χέρια απλωμένα ανοιχτά, ακουμπησμένα δεξιά και αριστερά πάνω στο νιπτήρα σε μια στάση χαλαρή, μισοσκυφτή, γυμνή όπως τη γέννησε η μάνα της, πυροβολήθηκε η Βερα Καλτάκα στο κεφάλι. Τη στιγμή του πυροβολισμού, θα ορκιζόταν ότι κάποια τρυφερά χέρια μάλαζαν γλυκά και σταθερά τις ταλαιπωρημένες της ωμοπλάτες, σαν για να τις ελαφρύνουν από τα βάρη, και, όταν η σφαίρα καρφώθηκε στον εγκέφαλό της, μια εικόνα και μια σκέψη καρφώθηκαν μαζί με αυτή στο ίδιο σημείο: στο Κέντρο Λήψης Αποφάσεων. Οχι, δεν θα τη χρησιμοποιούσε ποτέ και κανένας ζωγράφος ως μοντέλο για τη θλίψη, όχι. Θα πέθαινε κουβαλώντας χαρούμενη στις πλάτες το φορτίο της από άγρια θηρία της ζούγκλας -ελέφαντες κυρίως. Η σφαίρα δεν τη σκότωσε. Ο εγκεφαλικός ιστός δημιούργησε γύρω της ένα ισχυρό περίβλημα, δυναμώνοντας το Κέντρο Λήψης Αποφάσεων, κι έτσι η Βερα Καλτάκα εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας. Πυροβολημένη.