Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2008

078. η πόρτα

Γυρίζω δυο φορές το κλειδί και μετά το τραβώ από την κλειδαριά και το αφήνω να κρέμεται χαλαρά. Φοβάμαι μη πάθω κάτι, μη μείνω στον τόπο και χαλάσουν την πόρτα προσπαθώντας να την ανοίξουν για να με σώσουν ή για να με βγάλουν πεθαμένη. Κρίμα να χαλάσει τέτοια πόρτα, έτσι δεν είναι; Κλειδώνω το λοιπόν και μετά κάθομαι και βλέπω τον απέναντι τοίχο, τον τοίχο που χωρίζει το σαλονάκι από την κουζίνα, και σκέφτομαι πως είμαι μόνη επειδή πάντα έφευγα. Πάντα, εκτός από την τελευταία φορά που έφυγε πρώτος για τον παράδεισο ο κύρης μου. Ητανε ναυτικός και τον πήρε η θάλασσα, μόλις τα είχα καταφέρει να συνηθίσω να βρισκομαι μαζί του. Μόλις τα κατάφερα να μη φεύγω πλέον. Μόλις τότε κατάφερα να καταλάβω ότι όσο φεύγεις από έναν έρωτα, τόσο εκείνος μεγαλώνει επειδή τον σκέφτεσαι συνέχεια -δεν έχεις τί άλλο να σκεφτείς όταν είσαι φευγάτος. Η πόρτα μένει κλειδωμένη, αλλά φροντίζω για την ακεραιότητά της, σπαράζοντας ξεκλείδωτη. Μια πόρτα κλειστή έχει χρεία σεβασμού.

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

077. Εκεί που περπατούσαμε

Δεν υπάρχει τίποτα από τότε. Ολα τσιμέντο και άσφαλτος. Πάνε κι οι μυρωδιές της άνοιξης, έγιναν καυσαέρια. Ο ουρανός γέμισε πολυκατοικίες. Εκεί που περπατούσαμε δεν υπάρχει χώρος για πόδια ανθρώπου. Μόνο ρόδες κυκλοφορούν. Κινδυνεύεις να διαμελιστείς, αν επιμείνεις να περπατήσεις εκεί που ήταν παλιά μονοπάτια. Τα χωράφια ανέβηκαν στα ύψη. Κρίμα που δεν μπορώ να νιώσω το χέρι σου, κρίμα που δεν μπορώ να ξαναδώ το γαλάζιο βλέμμα σου, κρίμα που σκοτείνιασαν όλα. Αστρα δεν φαίνονται πια, χρώμα ουρανού ροζέ βρώμικο τις νύχτες. Ούτε η πανσέληνος δεν είναι ίδια. Τίποτα δεν υπάρχει. Αμμος σκέπασε τις μαύρες πλάκες, άμμος και τον πηλό στη μακρινή παραλία. Τα βραχάκια σκεπάστηκαν κι έγιναν δρόμος. Η θάλασσα πήγε μακριά και δεν μοσχοβολάει. Το κυματάκι δεν ακουμπάει στο φεγγάρι. Μένει μαύρο και σκοτεινό. Τίποτα δεν λάμπει. Ούτε το βλέμμα σου στην ψυχή μου. Αυτά έχω να σου πω πατέρα. Κοιμήσου ήσυχος, δεν θα χαθώ -ακόμα.

Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

076. ο συγγραφέας και το ύφος του

Μια φορά, ήταν ένας που έγραφε. Εγραφε ασταμάτητα κι όταν τον ρωτούσαν γιατί γράφει, απαντούσε "για να βρω το ύφος μου" και συνέχιζε να γράφει. Δεν υπήρχε αντικείμενο γραφής, δεν υπήρχαν ερεθίσματα και ιδέες, δεν υπήρχε αιτία που δημιουργούσε την ανάγκη για γράψιμο, παρεκτός από το γράψιμο το ίδιο που ήταν αυτοσκοπός, να γράφει για να γράφει δηλαδή και να βλέπει τα γραμμένα τυπωμένα. Μια μέρα, εκεί που διάβαζε τα γραπτά του, βρήκε το ύφος του και σταμάτησε να γράφει. Για την ακρίβεια, κάποιοι άλλοι του είπαν ότι επιτέλους βρήκε το ύφος του και ότι αυτό το ύφος είναι ταιριαστό με το παράστημα και την κορμοστασιά του και αν το εγκατέλειπε θα ήταν κουτός και αχάριστος στους κόπους μιας ζωής ολόκληρης που του είχε επιτρέψει να το ψάχνει και να το καλλιεργεί. Αυτοί οι άλλοι ήταν οι φίλοι, το κοινό του, εκείνοι για τους οποίους έγραφε ασταμάτητα τόσα χρόνια, εκείνοι που διάβαζαν μετά μανίας τα γραπτά του, εκείνοι που θαύμαζαν την αντοχή του στο γράψιμο, στην αποκάλυψη της μοναδικότητας του γραψίματός του έκαναν σπονδή βαρέλια ολόκληρα ποτών και ηδυπότων, νύχτες ατέλειωτες που δεν τις έβλεπε η μέρα κι έτσι δεν γελούσε. Ηταν πολύ σημαντικό που έπαψε να γράφει, ίσως σημαντικότερο από τις χιλιάδες σελίδες των γραπτών του με τους μοναδικούς του αναγνώστες. Μετά, είδε μια γιαγιάκα να γράφει σε φορητό υπολογιστή καθισμένη σε ένα παγκάκι κι έπαθε καρδιακό επεισόδιο και τρόμαξε να τον συνεφέρει ο γιατρός. Δεν ήταν τόσο τα φάρμακα που τον ξανάφεραν στα ίσια του, αλλά η μικρή φράση «και τι έγινε;» Ξανάπιασε λοιπόν τα σύνεργά του και συνέχισε το γράψιμο ελεύθερος, χωρίς το άγχος του ύφους που έπαιζε κρυφτό, αδιάφορος αν θα το βρει ή όχι, αδιάφορος για τις διάφορες γνώμες, αδιάφορος για τα συγχαρητήρια, αδιάφορος για τα χεστήρια, αδιάφορος για όλα σχεδόν. Το μόνο που τον ενδιέφερε πλέον ήταν μόνο το γράψιμο. Εγινε ένας που έγραφε για κάθε λόγο και αιτία, ακόμα και για το γράψιμο το ίδιο, να γράφει για να γράφει δηλαδή, κι όταν κάποιος τόλμαγε να του μιλήσει για ύφος και τα τοιαύτα, τον έγραφε κι αυτόν κανονικά ατάκα κι επιτόπου!

Πέμπτη, Αυγούστου 21, 2008

075. ο αθλητής-σφαίρα

Εάν το περίστροφον του αφέτου δεν ήτο άσφαιρον και εάν η σφαίρα διαπερνούσε τον εγκέφαλον του αθλητού της αρεσκείας του -ταυτοχρόνως με την εντολήν προς εκκίνησιν των άλλων αθλητών- τότε ο αγών του πυροβολημένου αθλητού θα έληγεν αυτοστιγμεί εις χρόνον μηδέν! Οποία αγαλλίασις, οποία εθνική υπερηφάνεια, εάν ο αθλητής της αρεσκείας του αφέτου ετύγχανεν ελληνικής ιθαγενείας και υπηκοότητος βεβαίως. Οσο δυνατά και να τρέχει το φαβορί, είναι αδύνατο να προλάβει να καταρρίψει το ρεκόρ του χρόνου ο οποίος απαιτείται εις την περιγραφείσαν περίπτωσιν. Εκτός εάν το φαβορί μετατραπεί εις σφαίραν, αλλά και πάλι η απόστασις των εκατό μέτρων θα το χωρίζει από την κατάκτηση της πρώτης θέσεως. Εκτός αν ο αφέτης μεταφερθεί εκατό μέτρα μακρύτερον. Τοτε, με μια εξαιρετικά καλή εκκίνηση, όλα παίζονται.

074. ο Μεργκαέλ και τα γεύματα Ζωής

"Η Ζωή είναι ωραία" είπε ο ωραίος Μεργκαέλ και τσίμπησε άλλο ένα από τα πλευρά της. Του άρεσε να απολαμβάνει τα γεύματά του αργά -πολύ αργά. Συνήθως άφηνε τα κόκκαλα τελευταία και το ίδιο θα έκανε και με τη Ζωή του. Την ένοιωθε δική του και θα τη ρούφαγε μέχρι το μεδούλι, θα κοπάνιζε τα κοκκαλάκια της και θα τα κατάπινε κι αυτά. Το ότι είχε ήδη αρχίσει η καημένη να ανασαίνει με δυσκολία, ένεκα τα φαγωμένα πλευρά της, δεν τον απασχολούσε για την ώρα. Αυτή τη στιγμή είναι αποφασισμένος να τηρήσει το πρόγραμμα των γευμάτων Ζωής στο ακέραιο. "Η Ζωή είναι σαν τη ντομάτα" σκέφτηκε πριν εισάγει το ασημένιο του πιρουνάκι στο δέρμα των κατακόκκινων ζουμερών της ώμων, που ήταν ευαίσθητοι στην ηλιοθεραπεία.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...