Η ψυχή της έμοιαζε με πορτοκαλί ποτήρι γεμάτο χυμό -ή και μισοάδειο, δεν είμαι σίγουρη, κανείς δεν μπορεί να το ισχυριστεί με βεβαιότητα- όταν τον κάλεσε να πιει, για να μάθει επιτέλους αν την καταλαβαίνει -την ίδια και την ψυχή της, εννοείται- κι εκείνος απέστρεψε το πρόσωπο και αρνήθηκε να δοκιμάσει, ούτε καν να βρέξει τα χείλη του θέλησε και τότε η Βέρα Καλτάκα πήρε τους δρόμους απορώντας για το πώς είχε συμβεί και τη στιγμή που η ίδια, παραμερίζοντας φόβους και τρόμους μιας ζωής, τόλμησε να εμπιστευθεί τόσο πολύ έναν άνθρωπο που δεν ήταν άξιος, όχι μονάχα της εμπιστοσύνης της αλλά και της προσοχής της, το δικαιολόγησε όμως με μια λέξη: πάθος. Το πάθος που νόμισε πως έτρεφε για κείνην ήταν ο οδηγός στη παράλογη συμπεριφορά της, επειδή είχε διδαχτεί να αφοσιωθεί σε κείνον που θα την αγαπήσει σφόδρα και να του παραδοθεί δια βίου. Το ευτύχημα είναι ότι η Βέρα Καλτάκα, πριν αποφασίσει την αφοσίωση, σκέφτηκε να κάνει ένα μικρό τεστ.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου