Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

111. εισιτήριο άνευ επιστροφής


Οταν κατάλαβε ότι η Μάνα της επιθυμούσε μια κόρη εντελώς διαφορετική από εκείνην, η Βέρα Καλτάκα βρισκόταν στα πρόθυρα του εκατοστού εβδομηκοστού όγδοου θανάτου της. Πιθανότατα η Μάνα να μην επιθυμούσε καν κόρη, αλλά αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στην ικανότητά της να κάνει τη Βέρα να πεθαίνει τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο. Με τη δικαιολογία πως της είχε χαρίσει τη ζωή, της την έπαιρνε όποτε ήθελε και -αν και όταν ήθελε- της την ξανάδινε. Ετσι, η Βέρα ήταν μια γυναίκα άλλοτε πυροβολημένη, άλλοτε στραγγαλισμένη και άλλοτε πνιγμένη. Σπανίως η ζωή της χανόταν με ήρεμο τρόπο, η Μάνα ήταν απόλυτη σε αυτό: «Η ζωή πρέπει να παίρνεται στα ξαφνικά και με βία», έλεγε, «αλλοιώς δεν έχει μεγαλείο η πράξη του θανάτου» και η Βέρα άκουγε τη Μάνα και πέθαινε κάθε τρεις και λίγο όπως η Μάνα όριζε. Για πάρα πολλά χρόνια, ο θάνατος υπερτερούσε της ζωής για τη Βέρα και αυτό σχεδόν την ευχαριστούσε, μια και απώτερος στόχος της ήταν να νοιώθει τη Μάνα ευτυχισμένη. Η Μάνα όμως, ποτέ δεν ευχαριστιόταν ως Μάνα, ούτε ο θάνατος της κόρης τη συγκινούσε, ούτε η ζωή της, κυρίως με τη ζωή της Βέρας ήταν πάντα δυσαρεστημένη. Ο,τι και να έκανε η κόρη, ήταν κακά καμωμένο, κυρίως αν ήταν καμωμένο με πρόθεση την ευχαρίστηση της Μάνας. Αργησε πολύ η Βέρα Καλτάκα να καταλάβει ότι ήταν απολύτως αδύνατο να ευχαριστήσει τη Μάνα με τη ζωή της -πολύ περισσότερο ούτε με τον επαναλαμβανόμενο θάνατό της. Οταν το κατάλαβε όμως, αποφάσισε να μη ξαναπεθάνει για το χατήρι κανενός, τράβηξε κλήρο για τη χώρα όπου η μοίρα την καλούσε, έβγαλε εισιτήριο άνευ επιστροφής και πέταξε για την έρημο. Μάλιστα. Προσευχήσου άνθρωπε, προσευχήσου να μη τύχει ο ίδιος κλήρος και στη Μάνα, γιατί τότε αλί και τρισαλί στην καημένη τη Βέρα, προσευχήσου, να μην αρέσει η έρημος καθόλου στη Μάνα και αν της τύχει αυτός ο κλήρος να τον ακυρώσει. Αμήν.
____________________________
η εικόνα απο εδώ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 15, 2010

099. η Υπογραφή

Ο Ζωγραφος πρόσεχε πολύ τα λογια της Μάνας του και είχε ενστερνιστεί ιδιως αυτο που του έλεγε σχετικά με την υπογραφη και το πουλι. Το πουλι το είχε βάλει μέσα σε ενα κλουβί, αλλά την υπογραφη του δεν ήξερε, δεν μπορούσε να φανταστεί, πού να τη βάλει. Η Μάνα του είναι χρόνια πεθαμένη και ο Ζωγράφος δεν μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της. Η Μάνα του Ζωγράφου είχε γνώμη για όλα τα θέματα και -δυστυχώς- ήταν η μονη σωστή. Ετσι τουλαχιστον πιστευε ο Ζωγραφος -ήταν απόλυτα πεπεισμένος- και για τούτο μάλλον δυσκολευόταν ακόμα να βρει θέση για την υπογραφή του. Το πουλί, ευτυχώς, είχε μπει στο κλουβί όταν η Μάνα του ζούσε ακόμα και δεν είχε φέρει καμμιά αντίρρηση, ισα ίσα ικανοποιήθηκε πολύ που ένα πουλί σαν το δικό του, το πουλί του αγαπημένου της γιου, είχε βρει την απολύτως πρέπουσα θέση, την ιδανική -θα λεγαμε- θέση, σε ένα τρε σικ κλουβί, ούτε πολύ φανταχτερό αλλά ούτε και πολύ ταπεινό, ένα κλουβί κλασσίκ που γνώριζε και μαγειρική και έκανε μάλιστα αυτόματη παραγωγή καναβουριού! Η υπογραφή όμως δεν πρόλαβε να λάβει θέση αρμόζουσα -ούτε καν θέση- πάνω στα έργα του. Εμενε συνήθως στο πίσω μέρος των έργων, μαζί με το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του Ζωγράφου, μη τύχει κάποια παραγγελία εξτρά. Μια φορά, τόλμησε να βάλει μερικές μικρές τζιφρίτσες με στυλο στις γωνιές μερικών πινάκων, αλλά το μετάνοιωσε και τις σκέπασε με μπογιά. Κάποτε, υπέγραψε άνω δεξιά και ένας φίλος του είπε ότι αυτή η θέση χαλά την ισορροπία του πίνακα. Μια γκαλερί του ζήτησε ένα έργο υπογεγραμμένα και το υπέγραψε, αλλά η υπογραφή ήταν τόσο μεγάλη που έκρυβε το μισό έργο και η γκαλερί το γύρισε πίσω με τη παρατήρηση «πρώτα να γίνετε σπουδαίος και μετά να πουλάτε την υπογραφή σας». Τον τελευταίο καιρό, ο Ζωγράφος είχε κουραστεί πάρα πολύ με την αναζήτηση θέσης για την υπογραφή του, δεν κοιμόταν τα βράδια, δεν έτρωγε τα μεσημέρια, κόντευε να ρέψει. Σήμερα το πρωί όμως, όταν βγήκε στον κήπο να μυρίσει ένα μπουμπούκι τσαντσαμινιάς, βρήκε την απόλυτη λύση: Ενα σαλιγκάρι. Απλωσε τα έργα του στο πάτωμα, πήρε το σαλιγκάρι απαλά, το ακούμπησε πάνω τους, κι εκείνο τα υπέγραψε όλα!

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2008

072. το νήμα της αγάπης

Οταν ο Ποιητής αποφάσισε να αποδεσμευτεί από την αγάπη της Μάνας, έπεσε απότομα μπρούμυτα στο πλακόστρωτο και τότε, από τη φόρα της πτώσης, ξεπετάχτηκε το χτενάκι που συγκρατούσε την πλούσια κόμη του και τα λυμένα του μαλλιά απλώθηκαν στη γυμνή του πλάτη σαν πλοκάμια από καλαμαροχτάποδα. Εψαξε και βρήκε την άκρη του νήματος της αγάπης της Μάνας, που αγκάλιαζε το λαιμό του και τον έπνιγε τόσα χρόνια -μιλάμε για πολλά πολλά χρόνια. Το νήμα αυτό είχε χοντρύνει πολύ, ένεκα της συχνής και πλούσιας διατροφής που του προσέφερε η Μάνα, και είχε γίνει σαν τριχιά -χοντρό και αγκαθερό. Ο Ποιητής όμως ήταν αποφασισμένος να γλιτώσει από δαύτο και άρχισε να το ξετυλίγει μετά πολλού κόπου και βασάνου. Ξετύλιγε και ξετύλιγε και τελειωμό δεν είχε, αλλά η ανακούφιση που ένοιωθε μετά από το ξετύλιγμα κάθε γύρου από το λαιμό, τού έδινε καινούργιο κουράγιο να συνεχίζει το άθλημα. Οσο το νήμα της αγάπης της Μάνας ξετυλιγόταν, τόσο λέπταινε, μέχρι που έγινε λεπτό σαν μεταξωτή κλωστίτσα. Οσο πιο λεπτό, τόσο πιο ανθεκτικό και τόσο πιο κοντά στο δέρμα του λαιμού του Ποιητή, τόσο πιο κοντά στην ψίχα της ψυχής του. Με τα πολλά, παραμένοντας εξακολουθητικά μπρούμυτα πάνω στο πλακόστρωτο, ο Ποιητής είδε και απόειδε να ξετυλίγει και το νήμα να μη σώνεται και σκέφτηκε να τα παρατήσει. Πώς όμως θα ξανατύλιγε όλο αυτό το πελώριο κουβάρι γύρω από το λαιμό του, ώστε να μη πάρει χαμπάρι η Μάνα τί πήγε να κάνει; Γιατί, αν η Μάνα καταλάβαινε πόσο βαριά έπεφτε η αγάπη της στο παιδί της, θα ήταν ικανή για όλα -μέχρι και να το πνίξει κανονικά. Αλλο δεν έμενε στον Ποιητή από το να συνεχίζει το ξετύλιγμα και ό,τι ήθελε ας γινόταν. Ιδρωνε και ξίδρωνε λοιπόν, είχε να παλέψει και με το βάρος των μαλλιών του που τον πίεζαν αφόρητα πάνω στο πλακόστρωτο, οι πλάκες άρχισαν να υποχωρούν σιγά σιγά μέχρι που απορρόφησαν τη λυωμένη μάζα των μαλλιών, του νήματος της αγάπης, του σώματος του Ποιητή, και μια ψιλή ευεργετική βροχούλα ήρθε να ξεπλύνει τα αίματα και τους ιδρώτες.
Λένε, ότι η Μάνα ήταν εκείνη που παρακάλεσε «ας βρέξει επιτέλους!»

Κυριακή, Ιουλίου 27, 2008

071. ο έλεγχος του ύπνου

Ο Ζωγράφος είχε χάσει τον έλεγχο. Δεν υπήρχε τρόπος να ξαναβρεί την οδό των ονείρων, χωρίς να ελέγχει τον ύπνο του. Πανικοβλήθηκε, η αϋπνία τον είχε καταρρακώσει. Αρχισαν να εισβάλλουν και σωματικά συμπτώματα. Τότε αποφάσισε να πάει στο γιατρό. «Πάρε αυτά τα χαπάκια» είπε ο γιατρός. Η ιδέα πως θα πάρει χάπια, ο τρόμος ότι μπορεί να γίνει κι αυτός ένας χαπάκιας σαν τους πολλούς, έκαναν τον πανικό του να μεγαλώσει. «Πάρτα, κι εγώ τα παίρνω» του είπε ο φίλος του ο Ποιητής, και ο Ζωγράφος τα πήρε για λίγες μέρες, τόσες όσες ακριβώς χρειάστηκαν ώστε να αποφασίσει να τα κόψει μαχαίρι και να βάλει μπρος την αυτοπειθαρχία του. Δυσκολεύτηκε, είναι η αλήθεια, να ξαναβρεί την οδό των ονείρων του. Πέρασε χρόνος και βάλε με σκαμπανεβάσματα "κοιμάμαι-δεν-κοιμάμαι" και ύπνους ξύπνους απανωτά. Οταν επιτέλους τα κατάφερε να σταθεροποιήσει το ωράριό του, επισκέφτηκε το γιατρό και τον ευχαρίστησε. Η θεραπεία ήταν επιτυχής, είχε ξαναβρεί τον έλεγχο του ύπνου, έστω και από την ανάποδη, ακολουθώντας αντίθετο δρόμο. «Είσαι πνεύμα αντιλογίας» του έλεγε η Μάνα όταν ήταν μικρός, αλλά αυτό δεν το είχε λάβει υπόψη ο γιατρός -ή μήπως το είχε λάβει;


Δευτέρα, Μαΐου 07, 2007

032. το σύνδρομο της πυργοδέσποινας



Κάθεται στο πύργο της και περιμένει επισκέπτες να δηλώνουν την αφοσίωσή τους, δεν το κουνάει ρούπι από το πύργο της, το πολύ να βγει μια βόλτα στο κήπο να θαυμάσει τα φυτά που περιποιείται ο κηπουρός σύμφωνα με τις εντολές της ή να μυρίσει τα τριαντάφυλλα. Τις τριανταφυλλιές τις φύτεψε και τις περιποιείται μόνη της, τις κλαδεύει στην ώρα τους, τις ραντίζει, σαπουνίζει τα φύλλα τους μη πιάσουν μελίγκρα και είναι πολύ περήφανη γι αυτές. Σπάνια συναντάται αυτό το σύνδρομο σε έναν άνδρα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...