«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιαγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιαγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο, Αυγούστου 20, 2011
135. θέλω να μου κλείσεις τα μάτια
«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί. Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008
079. γεννημένη αγενής
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2008
078. η πόρτα
Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008
076. ο συγγραφέας και το ύφος του
Μια φορά, ήταν ένας που έγραφε. Εγραφε ασταμάτητα κι όταν τον ρωτούσαν γιατί γράφει, απαντούσε "για να βρω το ύφος μου" και συνέχιζε να γράφει. Δεν υπήρχε αντικείμενο γραφής, δεν υπήρχαν ερεθίσματα και ιδέες, δεν υπήρχε αιτία που δημιουργούσε την ανάγκη για γράψιμο, παρεκτός από το γράψιμο το ίδιο που ήταν αυτοσκοπός, να γράφει για να γράφει δηλαδή και να βλέπει τα γραμμένα τυπωμένα. Μια μέρα, εκεί που διάβαζε τα γραπτά του, βρήκε το ύφος του και σταμάτησε να γράφει. Για την ακρίβεια, κάποιοι άλλοι του είπαν ότι επιτέλους βρήκε το ύφος του και ότι αυτό το ύφος είναι ταιριαστό με το παράστημα και την κορμοστασιά του και αν το εγκατέλειπε θα ήταν κουτός και αχάριστος στους κόπους μιας ζωής ολόκληρης που του είχε επιτρέψει να το ψάχνει και να το καλλιεργεί. Αυτοί οι άλλοι ήταν οι φίλοι, το κοινό του, εκείνοι για τους οποίους έγραφε ασταμάτητα τόσα χρόνια, εκείνοι που διάβαζαν μετά μανίας τα γραπτά του, εκείνοι που θαύμαζαν την αντοχή του στο γράψιμο, στην αποκάλυψη της μοναδικότητας του γραψίματός του έκαναν σπονδή βαρέλια ολόκληρα ποτών και ηδυπότων, νύχτες ατέλειωτες που δεν τις έβλεπε η μέρα κι έτσι δεν γελούσε. Ηταν πολύ σημαντικό που έπαψε να γράφει, ίσως σημαντικότερο από τις χιλιάδες σελίδες των γραπτών του με τους μοναδικούς του αναγνώστες. Μετά, είδε μια γιαγιάκα να γράφει σε φορητό υπολογιστή καθισμένη σε ένα παγκάκι κι έπαθε καρδιακό επεισόδιο και τρόμαξε να τον συνεφέρει ο γιατρός. Δεν ήταν τόσο τα φάρμακα που τον ξανάφεραν στα ίσια του, αλλά η μικρή φράση «και τι έγινε;» Ξανάπιασε λοιπόν τα σύνεργά του και συνέχισε το γράψιμο ελεύθερος, χωρίς το άγχος του ύφους που έπαιζε κρυφτό, αδιάφορος αν θα το βρει ή όχι, αδιάφορος για τις διάφορες γνώμες, αδιάφορος για τα συγχαρητήρια, αδιάφορος για τα χεστήρια, αδιάφορος για όλα σχεδόν. Το μόνο που τον ενδιέφερε πλέον ήταν μόνο το γράψιμο. Εγινε ένας που έγραφε για κάθε λόγο και αιτία, ακόμα και για το γράψιμο το ίδιο, να γράφει για να γράφει δηλαδή, κι όταν κάποιος τόλμαγε να του μιλήσει για ύφος και τα τοιαύτα, τον έγραφε κι αυτόν κανονικά ατάκα κι επιτόπου!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
