Μια μερα, ο γιατρος του Πονου μπηκε στο παραβαν και ψηφισε ΘΑΝΑΤΟ. Μετα, ειπε: «Ζηλευω το δακρυ σου. Αυτο το δακρυ που κυλα μαλακα μαλακα στο μαγουλο, εστω κι αν ειναι δακρυ γλυκερινης, μπορει και πλαστικο. Αυτο το δακρυ που κυλα απο το στιψιμο της δακρυδοχου κυστης, που ξεχειλιζει απο συγκινηση, μπορει κι απο μυρισμα κρεμμυδιων. Αυτο το δακρυ που λαμπιριζει σαν αστερακι κατω απο φωτα προβολεων, μπορει και στο φως του φεγγαριου. Αυτο το δακρυ που δεν μπορει να τρεξει με γοργους βηματισμους, το δακρυ που στεκεται μετεωρο και λεει «να τρεξω, να μη τρεξω» κι αφηνεται να κυλα. Αυτο το δακρυ, αν εμενε μονο του, χωρις το συνοδευτικο βλεμμα, αυτο το δακρυ δεν θα το ζηλευα. Καθολου.» Αυτα ειπε ο γιατρος του Πονου κι εκλεισε τη βαλβιδα σωτηριας.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου