
Ηδονιζόταν με τα πρώτα βουΐσματα πλάι στα αυτιά του, μετά άπλωνε νωχελικά τα μέλη για να δεχτούν τις τσιμπιές και, φυσικά, γέμιζε το απαλό του δέρμα από χιλιαδες καντήλες κάθε βράδυ. Οταν σκοτείνιαζε στα γερά, σηκωνόταν και πήγαινε να κοιμηθεί. Η φαγούρα δεν τον ενοχλούσε πολύ, μια και είχε ικανοποιήσει την άλλη του φαγούρα: τρωγόταν να μαζεύει χρήματα! Πούλαγε λοιπόν ένα ευρώ το κουνούπι και με τα λεφτά αυτά αγόραζε κουνουπίδια, που τα πουλούσε κατόπιν στη λαϊκή. Ο άνθρωπος αυτός ήταν μανάβης. Λέμε "ήταν" γιατί πέθανε από σηψαιμία. Τον σκότωσαν τα πολλά τσιμπήματα γιατί, ως γνωστόν, τα λεφτά δηλητηριάζουν και το αίμα -όχι μόνο το μυαλό. Ο ωραίος Μεργκαέλ έμαθε πολλά πράγματα από εκείνη τη συνάντηση, όπως π.χ. να προστατεύει το ευαίσθητο δέρμα του με αντικουνουπικό και να αποφεύγει τους μανάβηδες και τα κουνουπίδια.