Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφρασεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφρασεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 08, 2014

140. ο άνθρωπος-ηφαίστειο

Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που κατάπινε το μυαλό του. Από λίγο κάθε μέρα. Σιγά σιγά, το κατάπιε όλο και, όπως έμεινε το κρανίο αδειανό, άρχισε να μαλακώνει, τα κόκκαλα να γίνονται λεπτά και εύθραυστα, μια και δεν είχαν τίποτε να προστατέψουν.
Ετσι, κατακάθιζαν αργά αργά και βούλιαζαν προς τα κάτω, κι ο άνθρωπος έγινε σαν ηφαίστειο -στη θέση του κεφαλιού ένας κρατήρας- και μια μέρα έκανε ένα ΜΠΑΜ και εξερράγη.
Η καφτή λάβα τινάχτηκε προς τον ουρανό κατακόρυφα, η λάμψη της άστραψε και θάμπωσε τον ήλιο, η ζέστη έκαψε τα λιβάδια και τα ζώα που βοσκούσαν. Μετά, η λάβα πάγωσε, η στάχτη λίπανε το χώμα, ο άνθρωπος-ηφαίστειο κοιμήθηκε βαθειά. Σήμερα κοιμάται ακόμα και ονειρεύεται μια καινούργια έκρηξη μήπως ξαναβρεί το μυαλό του.
 
________________
ΣΗΜ. κι αυτό το κείμενο ανέβηκε πρώτη φορά εδω, στις 17/6/2007. Σήμερα το ξαναβρήκα, βρήκα και μια ταιριαστή εικόνα και το τοποθετώ σε αρμόζουσα θεσούλα!



μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz:

Es war einmal ein Mensch, der sein Hirn herunterschluckte. Jeden Tag ein bisschen. Langsam aber sicher verschluckte er es ganz und so wie sein Schädel leer blieb, begann er aufzuweichen, seine Knochen wurden dünn und zerbrechlich, hatten sie doch nichts mehr, was sie beschützen sollten. So fielen sie langsam in sich zusammen und sanken nach unten und der Mensch wurde wie ein Vulkan – an Stelle seines Kopfes ein Krater – und eines Tages machte es BAMM und er explodierte.
Die heiße Lava sprang senkrecht gen Himmel, ihr Schein blitzte und trübte die Sonne, die Hitze verbrannte die Felder und die weidenden Tiere. Dann erstarrte die Lava, die Asche düngte den Boden und der Mensch-Vulkan schlief tief. Heute schläft er immer noch und träumt von einem neuen Ausbruch bei dem er vielleicht wieder zu Verstand kommt.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

115. περιμένοντας το μήνυμα


Ο μουσικός περιμένει. Πέρα δώθε βηματίζοντας, περιμένει. Ομίχλη στο σταθμό, οι ράγες του τρένου υγρές κι αυτός περιμένει. Περιμένει το μήνυμα που θα του φέρει το τρένο, αν έρθει. Η πιθανότητα να μην έρθει το τρένο, ούτε καν περνάει απο το νου του. Για πολλές ώρες, σκέφτεται μοναχά το μήνυμα. Το μήνυμα και το τρένο που θα το φέρει. Κάποια στιγμή κουράζεται, αρχίζουν τα πόδια να πονούν -τόσες ώρες ορθός και τόση υγρασία!- και ψάχνει κάπου να καθήσει, αλλά παγκάκι πουθενά, ο σταθμός κλειστός και ο σταθμάρχης απών. Ούτε ένα αυτόματο μηχάνημα, να βρει κάτι να πιεί. Κι αν θελήσει να φύγει με το τρένο που θα περάσει, αν τον καλεί κάπου το μήνυμα, δεν υπάρχει τρόπος να προμηθευτεί εισιτήριο. Ολα κλειστά κι αυτός να βηματίζει πέρα δώθε στην αποβάθρα, να περιμένει μέσα στην ομίχλη. Τι γκαντεμιά! Ούτε τα παπούτσια του δεν μπορεί να δει, τόσο πηχτή ομίχλη. Και τρένο δεν έρχεται. Κοντεύει να απελπιστεί εντελώς, μέχρι που ακούει ένα σφύριγμα. Το τρένο έρχεται.
«Επιτέλους!» μουρμουρίζει, προσπαθώντας να διακρίνει το σχήμα του συρμού να μαυρίζει στο βάθος. Το σφύριγμα δυναμώνει, όλο και δυναμώνει, σημάδι πως πλησιάζει το τρένο, το τρένο με το μήνυμα. Το σφύριγμα δυναμώνει τόσο πολύ, που αναγκάζεται να σφραγίσει τα αυτιά με τις παλάμες. Ενα σφύριγμα αλλόκοτο, τσιριχτό. Είναι άραγε τρένο αυτό που σφυρίζει έτσι, σαν να σκίζει τον αέρα; Σφίγγεται στο παλτό του, σηκώνει και το γιακά, βουλώνει καλύτερα τα αυτιά, να μην ακούει αυτό το σκίσιμο. Περιμένει να σταματήσει το τρένο ή, τουλάχιστον, να του πετάξει κάποιος το μήνυμα από ένα παράθυρο. Προσέχει καλά, όσο μπορούν να δουν τα μάτια μέσα από την ασπρίλα της πηχτής ομίχλης. Ο όγκος του συρμού φτάνει στο σταθμό, μαχαιρώνει ξανά και ξανά το ομιχλώδες πέπλο, το κόβει σε χίλια κομμάτια κι αυτός μένει να κοιτάζει -όσο μπορεί να δει- να κοιτάζει το μαύρο θηρίο που σφυράει σαν παλαβό.
Σφυρίζοντας και χωρίς να κόψει ταχύτητα πέρασε το τρένο. Χωρίς να σταματήσει πέρασε σφυρίζοντας, ο ήχος απλώθηκε, χαμήλωσε και χάθηκε μαζί με το τρένο που θα έφερνε το μήνυμα. Τόσες ώρες να περιμένει αδίκως; Θα έρθει πάλι αύριο στο σταθμό, γιατί είναι σίγουρος πως μήνυμα υπάρχει. Εκτός αν το μήνυμα ήταν αυτό το σφύριγμα, αν ήταν ο ήχος που τον ξεκούφαινε και σφράγιζε τα αυτιά να μην ακούει. Τέτοια σκέψη όμως, δεν περνάει απο το νου του, γιατί περιμένει το μήνυμα που θέλει να περιμένει και δεν είναι έτοιμος να δεχτεί οποιοδήποτε μήνυμα. Δεν είναι έτοιμος να πιστέψει πως μήνυμα μπορεί και να μην έρθει, να μην υπάρχει καν. Θα ξανάρθει λοιπόν να περιμένει, δίχως να καταλαβαίνει πως ίσως το μήνυμα μπορεί να είναι ακριβώς αυτό: η αναμονή.

μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz:

Warten auf die Nachricht 

Der Musiker wartet. Hin- und hergehend, wartet er. Nebel am Bahnhof, die Schienen feucht und er wartet. Er wartet auf die Nachricht, die der Zug bringt, wenn er denn kommt. Die Möglichkeit dass der Zug nicht kommt, kommt ihm nicht mal in den Sinn. Viele Stunden lang denkt er nur an die Nachricht. Irgendwann wird er müde, seine Füße beginnen zu schmerzen – so viele Stunden auf den Beinen und die Feuchtigkeit! – und er sucht nach einer Sitzgelegenheit, aber keine Bank nirgendwo, der Bahnhof geschlossen und kein Schaffner anwesend. Nicht mal ein Automat, dass er was zu trinken finden könnte. Und wenn er mit dem Zug weg wollte, der vorbei kommt, wenn ihn die Nachricht irgendwohin ruft, kann er nicht mal einen Fahrschein kaufen. Alles geschlossen und er geht am Bahnsteig auf und ab, wartend im Nebel. Was für ein Pech! Nicht mal seine Schuhe kann er sehen, so dicht ist der Nebel. Und kein Zug kommt. Er ist beinahe völlig entmutigt, als er ein Pfeifen hört. Der Zug kommt.
„Endlich!“, murmelt er und versucht, die schwarze Gestalt des Zuges in der Tiefe auszumachen. Das Pfeifen wird lauter, immer lauter, ein Zeichen dafür, dass sich der Zug nähert, der Zug mit der Nachricht. Das Pfeifen wird so laut, dass er sich die Ohren mit den Handflächen zuhalten muss. Ein Pfeifen der anderen Art, schrill. Ist das nun ein Zug, der so zischt, als zerreiße er die Luft? Er verkriecht sich in seinem Mantel, schlägt auch den Kragen hoch, verstopft die Ohren noch besser, um das Zerreißen nicht zu hören. Er wartet darauf, dass der Zug stehen bleibt, oder wenigstens, dass ihm jemand die Nachricht aus einem Fenster wirft. Er gibt gut Acht, so sehr wie es seine Augen in dem Weiß und dem dichten Nebel vermögen. Das Ungetüm von Zug erreicht den Bahnhof, durchschneidet wieder und wieder den nebligen Schleier, schneidet ihn in tausend kleine Teile und er bleibt und sieht – soweit er kann – sieht das schwarze Ungeheuer an, das wie verrückt zischt.

Zischend und ohne Geschwindigkeit zu verlieren ist der Zug vorbei gefahren. Ohne anzuhalten ist er pfeifend vorbeigefahren, der Klang hat sich ausgebreitet, wurde leiser und ist mit dem Zug, der die Nachricht bringen würde, verschwunden. Hat er so viele Stunden umsonst gewartet? Morgen wird er wieder zum Bahnhof kommen, denn er ist sicher, dass es eine Nachricht gibt. Es sei denn die Nachricht wäre dieses Pfeifen, wenn es der Klang wäre, der ihn betäubte, ihn die Ohren verschließen ließ, damit er ihn nicht höre. Ein solcher Gedanke aber taucht nicht in seinem Kopf auf, denn er wartet auf die Nachricht, auf die er warten will und er ist nicht bereit, jedwede Nachricht aufzunehmen. Er ist nicht bereit, zu glauben, dass auch keine Nachricht kommen könnte, dass es vielleicht gar keine gäbe. Er wird also wieder kommen, um zu warten, ohne zu verstehen, dass die Nachricht vielleicht genau diese ist: das Warten.

Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009

086. δυο τρύπες στο νερό

Μια φορά, ήταν δυο σταγόνες νερού που συζητούσαν. Ξαφνικά, η μια κατέβασε μια ιδέα: «Δεν κάνουμε δυο τρύπες στο νερό;» ρώτησε την άλλη και η άλλη σταγόνα απάντησε: «Μα αφού το ξέρεις, δεν γίνονται τρύπες στο νερό!» Με το πες πες όμως, η πρώτη σταγόνα έπεισε τη δεύτερη να δοκιμάσουν.
«Ας το δοκιμάσουμε, τουλάχιστον, τι έχουμε να χάσουμε;» της είπε. Ετσι, αποφάσισαν να κάνουν δυο τρύπες στο νερό κι έπεσαν με ορμή πάνω σε μια νερένια επιφάνεια και το νερό κατάπιε και τις δυο και ξεδίψασε.


Zwei Löcher im Wasser 

Einmal waren da zwei Tropfen Wasser, die miteinander sprachen. Plötzlich kam dem einen eine Idee. „Sollen wir nicht zwei Löcher ins Wasser machen?“, fragte er den anderen und der andere Tropfen antwortete. „Aber Du weißt doch, das geht nicht, es gibt keine Löcher im Wasser!“ Wo sie aber so daherbabbelten, überzeugte der erste Tropfen den zweiten, es einmal zu versuchen. „Lass es uns zumindest einmal versuchen, was haben wir denn zu verlieren?“, sagte er. So beschlossen sie, zwei Löcher ins Wasser zu machen, fielen schwungvoll auf eine Wasseroberfläche und das Wasser verschluckte beide und stillte seinen Durst.
__________
μετάφραση από την Gerrit Monnartz

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

055. η ζουγκλα του Ποιητη

Ο γιατρος ανοιξε το φακελλακι κι εβγαλε το ισοπεδωμενο σωμα του Ποιητη. Οι θαυμαστες του το ειχαν διπλωσει ευλαβικα στα τεσσερα για να χωρεσει στο μικρο φακελλο και να περισσεψει και λιγος χωρος ωστε, σκιζοντας το ο γιατρος, να μη τραυματιστει το λεπτο του δερμα. Οι ποιητες εχουν ευαισθητο δερμα, για τουτο κιδυνευουν συχνα απο ισοπεδωση. Ο γιατρος εβγαλε το διπλωμενο σωμα του Ποιητη, το ξεδιπλωσε προσεκτικα και παρατηρησε το κοκκινο παπιγιον που φορουσε. «Ισως να ερεθιζονται και οι ρινοκεροι με το κοκκινο χρωμα» σκεφτηκε και εστειλε τον Ποιητη ξανα στη ζουγκλα, κατοπιν θερμης παρακλησης του ιδιου. Ο Ποιητης δεν εχει θεση στον κοσμο του πολιτισμου -απεχθανεται το χρημα.

Der Jungle des Dichters 

Der Arzt öffnete den kleinen Umschlag und nahm den geglätteten Körper des Dichters heraus. Seine Bewunderer hatten ihn ergeben viermal gefaltet, damit er in den kleinen Umschlag passe und dass auch noch ein wenig Platz bliebe, damit ihm der Arzt beim Aufreissen nicht die dünne Haut verletze. Die Dichter haben sensible Haut, darum droht oft, dass sie platt gemacht werden. Der Arzt nahm den gefalteten Körper des Dichters, entfaltete ihn vorsichtig und bemerkte die rote Fliege, die er trug. „Vielleicht macht auch die Nashörner die rote Farbe aggressiv“, dachte er und schickte den Dichter wieder in den Jungle, nach der dringlichen Bitte desselbigen. Der Dichter hatte keinen Platz in der kultivierten Welt – er verachtete das Geld.
____________
μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2007

030. ανταπόκριση από τη Γη


Το δίποδο ον, το καλούμενο "άνθρωπος", τείνει να εξαφανιστεί και χρήζει προστασίας. Μόνο 40 είδη διασώζονται και η διατήρησή τους εξαρτάται από τον αριθμό των θηλυκών που θα επιζήσουν στον πλανήτη.
Τα παραδείσια πτηνά έχουν πολλαπλασιαστεί δυσανάλογα και σκιάζουν το ηλιακό φως.



Echo von der Erde

Das zweibeinige Wesen, der sogenannte „Mensch“ droht zu verschwinden und braucht Schutz. Nur 40 Arten werden gerettet und ihre Erhaltung hängt von der Zahl der Frauen ab, die auf dem Planeten überleben werden. Die Paradiesvögel haben sich umgekehrt proportional vervielfacht und werfen Schatten auf das Licht der Sonne.
___________________
μετάφραση από την Gerrit Monnartz

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

017. αναμνήσεις από το μέλλον


Βρίσκομαι μεσα σε ένα μαντρί. Βλέπω να έρχονται από μακριά κάτι τύποι με κουκούλες. Περιμένω να γεννήσω σε λίγες μέρες. Τα πρόβατα βελάζουν και δε μπορώ να κοιμηθώ. Εξω, αν και είναι νύχτα, υπάρχει πολύ φως. Λάμπει πολύ το φεγγάρι, λάμπει κι ένα μεγάλο άστρο. Παίρνω την κιθάρα μου και παίζω ένα τραγούδι. Ολα θα πάνε καλά, αυτό είναι σίγουρο. Του χρόνου τέτοια εποχή, θα γιορτάζουμε γενέθλια.



μετάφραση απο την Gerrit monnartz:

ErinnerungenausderZukunft

Ich befinde mich in einem Stall. Von weitem sehe ich ein paar Typen mit Kapuzen kommen. Ich warte darauf, in einigen Tagen zu gebären. Die Schafe blöken und ich kann nicht schlafen. Draußen, obwohl es Nacht ist, ist viel Licht. Der Mond leuchtet hell, es leuchtet auch ein großer Stern. Ich nehme meine Gitarre und spiele ein Lied. Alles wird gut, das ist sicher. Nächstes Jahr zu dieser Zeit feiern wir Geburtstag.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...