Η βραχνή λαρύγγω, ντυμένη στα μαύρα, ανέβηκε στο πάλκο. Τάνυσε τους μύες του λαιμού μήπως και μακρύνει. Κίνησε το λαιμό, δεξιά αριστερά και άνω, με το βλέμμα πάντα στυλωμένο στο πάτωμα -σεμνά. Προσπάθησε να φέρει στο νου της την άρια που είχε δει να τραγουδά σε ένα κανάλι μια μεγάλη αοιδός της όπερας, μαυροντυμένη επίσης, και αμόλησε το πρώτο τριπλό βογγητό: «Ααααααχ - αααααα - ΑΧ!» Το κοινό παρακολουθούσε μαγεμένο και εκείνη συνέχισε να καθαρίζει το λαρύγγι της νομίζοντας ότι άδει. Το κοινό επίσης, νόμιζε ότι αυτό είναι τραγούδι, χειροκροτούσε από καιρού εις καιρόν, μεταξύ των τσουγκρισμάτων «εβίβα!», «να παν τα φαρμάκια κάτω!» και «να καούν τα τέλια!» μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε ένα πραγματικό γαύγισμα έξω από το μαγαζί.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου