Το Ψαρι πετουσε ψηλα με τα φτερα του Ποιητη. Ειχε γλιτωσει απο τον ψαρα, ειχε αφησει το δολωμα στην παραλια. Ο Ποιητης πεινουσε, βρηκε το δολωμα, το εφαγε και μεταμορφωθηκε σε Ψαρι. Ολοι οι λουομενοι περιμεναν να μιλησει, να διαμαρτυρηθει, να συνδραμει τον κοσμο που τον θαυμαζε, να πιστοποιησει τον τιτλο που του απεδιδαν εδω και πολλα χρονια, τον τιτλο του Ποιητη οραματων. Ο Ποιητης ομως ειχε γινει Ψαρι και κανεις δεν το ηξερε. Η Ψαριλα εγινε αισθητη μολις ο Ποιητης εγραψε τον τελευταιο του στιχο: «Διαμαρτυρομαι σιωπηρως». Τοτε, μονο τοτε, το εμαθε και ο ιδιος και, κανοντας ενα μακροβουτι, εφτασε στα βαθια, κι εβγαλε βραγχια και μπουρμπουληθρες.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου