Μια μέρα χειμωνιάτικη, πήρε ο ωραίος Μεργκαέλ των ομματιών του και, κρατώντας την επαγγελματική του τσάντα στο αριστερό χέρι κι ένα μικρό ρολό χαρτιά στο δεξί, βγήκε από το γραφείο και άρχισε να περπατά στους δρόμους του πανεπιστημίου της γειτονιάς του προσπαθώντας να βρει διέξοδο προς τα χωράφια. Η πόλη τον έπνιγε, ακόμα και η πανεπιστημιούπολη που ήταν σχετικά πρασινισμένη με θάμνους και γκαζόν. Αναζητούσε περισσότερο πράσινο, άπλα, αγρούς, χωράφια, να μυρίσει χορτάρι αληθινό, πώς το λένε! Φοιτητές περνούσαν δεξιά κι αριστερά του, μερικά ζευγαράκια στεκόντουσαν να φιληθούνε, άλλοι καθόντουσαν και διάβαζαν σε μέρη σκιερά κι άλλοι λιαζόντουσαν ξαπλωμένοι στα γρασίδια. Ο Μεργκαέλ προχωρούσε χωρίς να βρίσκει δρόμο διαφυγής. Ολο γύρω γύρω τριγυρνούσε. Αρχισε να εκνευρίζεται που τα δρομάκια ήταν τόσο μπερδεμένα κι αναρωτιόταν πώς βρίσκουν οι φοιτητές το δρόμο για το σπίτι τους ή αν παραμένουν σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους φυλακισμένοι μέσα σε αυτή τη φοιτητούπολη. Την ιδέα του ενίσχυσε ο θόρυβος των αλυσίδων που φορούσαν, άλλοι στα χέρια κι άλλοι στο λαιμό. Πρόσεξε ότι μερικοί φορούσαν μικρά αλυσιδάκια στα αυτιά, κάποιοι είχαν τρυπημένες μύτες και γλώσσες. Μια κοπελίτσα με κοντό μπλουζάκι άφηνε να φαίνεται μια αλυσίδα περασμένη στον αφαλό της. «Τι συμβαίνει εδώ μέσα;» έσπαγε το κεφάλι του να δώσει απάντηση. Μετά, αφού σκέφτηκε ότι όλοι αυτοί σίγουρα έβρισκαν τρόπο να βγαίνουν έξω, έτρεξε στη καντίνα, ζήτησε ένα ανοιχτήρι κονσέρβας, τρύπησε το δεξί του αυτί και κρέμασε την αλυσίδα με τα κλειδιά του. Εφυγε χαρούμενος, με τα κλειδιά να ηχούν γλυκά -γκλιν γκλιν γκλιν- και όλα έγιναν πανεύκολα γι αυτόν: ο δρόμος διεξόδου φάνηκε στη πρώτη στροφή, αλλά το παράξενο είναι πως δεν ήθελε πια να φύγει απο εκεί!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρυπες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρυπες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2009
093. Ο Μεργκαέλ φεύγει από το πανεπιστήμιο
Μια μέρα χειμωνιάτικη, πήρε ο ωραίος Μεργκαέλ των ομματιών του και, κρατώντας την επαγγελματική του τσάντα στο αριστερό χέρι κι ένα μικρό ρολό χαρτιά στο δεξί, βγήκε από το γραφείο και άρχισε να περπατά στους δρόμους του πανεπιστημίου της γειτονιάς του προσπαθώντας να βρει διέξοδο προς τα χωράφια. Η πόλη τον έπνιγε, ακόμα και η πανεπιστημιούπολη που ήταν σχετικά πρασινισμένη με θάμνους και γκαζόν. Αναζητούσε περισσότερο πράσινο, άπλα, αγρούς, χωράφια, να μυρίσει χορτάρι αληθινό, πώς το λένε! Φοιτητές περνούσαν δεξιά κι αριστερά του, μερικά ζευγαράκια στεκόντουσαν να φιληθούνε, άλλοι καθόντουσαν και διάβαζαν σε μέρη σκιερά κι άλλοι λιαζόντουσαν ξαπλωμένοι στα γρασίδια. Ο Μεργκαέλ προχωρούσε χωρίς να βρίσκει δρόμο διαφυγής. Ολο γύρω γύρω τριγυρνούσε. Αρχισε να εκνευρίζεται που τα δρομάκια ήταν τόσο μπερδεμένα κι αναρωτιόταν πώς βρίσκουν οι φοιτητές το δρόμο για το σπίτι τους ή αν παραμένουν σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους φυλακισμένοι μέσα σε αυτή τη φοιτητούπολη. Την ιδέα του ενίσχυσε ο θόρυβος των αλυσίδων που φορούσαν, άλλοι στα χέρια κι άλλοι στο λαιμό. Πρόσεξε ότι μερικοί φορούσαν μικρά αλυσιδάκια στα αυτιά, κάποιοι είχαν τρυπημένες μύτες και γλώσσες. Μια κοπελίτσα με κοντό μπλουζάκι άφηνε να φαίνεται μια αλυσίδα περασμένη στον αφαλό της. «Τι συμβαίνει εδώ μέσα;» έσπαγε το κεφάλι του να δώσει απάντηση. Μετά, αφού σκέφτηκε ότι όλοι αυτοί σίγουρα έβρισκαν τρόπο να βγαίνουν έξω, έτρεξε στη καντίνα, ζήτησε ένα ανοιχτήρι κονσέρβας, τρύπησε το δεξί του αυτί και κρέμασε την αλυσίδα με τα κλειδιά του. Εφυγε χαρούμενος, με τα κλειδιά να ηχούν γλυκά -γκλιν γκλιν γκλιν- και όλα έγιναν πανεύκολα γι αυτόν: ο δρόμος διεξόδου φάνηκε στη πρώτη στροφή, αλλά το παράξενο είναι πως δεν ήθελε πια να φύγει απο εκεί!Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009
086. δυο τρύπες στο νερό
Μια φορά, ήταν δυο σταγόνες νερού που συζητούσαν. Ξαφνικά, η μια κατέβασε μια ιδέα: «Δεν κάνουμε δυο τρύπες στο νερό;» ρώτησε την άλλη και η άλλη σταγόνα απάντησε: «Μα αφού το ξέρεις, δεν γίνονται τρύπες στο νερό!» Με το πες πες όμως, η πρώτη σταγόνα έπεισε τη δεύτερη να δοκιμάσουν. «Ας το δοκιμάσουμε, τουλάχιστον, τι έχουμε να χάσουμε;» της είπε. Ετσι, αποφάσισαν να κάνουν δυο τρύπες στο νερό κι έπεσαν με ορμή πάνω σε μια νερένια επιφάνεια και το νερό κατάπιε και τις δυο και ξεδίψασε.
Einmal waren da zwei Tropfen Wasser, die miteinander sprachen. Plötzlich kam dem einen eine Idee. „Sollen wir nicht zwei Löcher ins Wasser machen?“, fragte er den anderen und der andere Tropfen antwortete. „Aber Du weißt doch, das geht nicht, es gibt keine Löcher im Wasser!“ Wo sie aber so daherbabbelten, überzeugte der erste Tropfen den zweiten, es einmal zu versuchen. „Lass es uns zumindest einmal versuchen, was haben wir denn zu verlieren?“, sagte er. So beschlossen sie, zwei Löcher ins Wasser zu machen, fielen schwungvoll auf eine Wasseroberfläche und das Wasser verschluckte beide und stillte seinen Durst.
__________
μετάφραση από την Gerrit Monnartz
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
