Ο Ζωγράφος είχε χάσει τον έλεγχο. Δεν υπήρχε τρόπος να ξαναβρεί την οδό των ονείρων, χωρίς να ελέγχει τον ύπνο του. Πανικοβλήθηκε, η αϋπνία τον είχε καταρρακώσει. Αρχισαν να εισβάλλουν και σωματικά συμπτώματα. Τότε αποφάσισε να πάει στο γιατρό. «Πάρε αυτά τα χαπάκια» είπε ο γιατρός. Η ιδέα πως θα πάρει χάπια, ο τρόμος ότι μπορεί να γίνει κι αυτός ένας χαπάκιας σαν τους πολλούς, έκαναν τον πανικό του να μεγαλώσει. «Πάρτα, κι εγώ τα παίρνω» του είπε ο φίλος του ο Ποιητής, και ο Ζωγράφος τα πήρε για λίγες μέρες, τόσες όσες ακριβώς χρειάστηκαν ώστε να αποφασίσει να τα κόψει μαχαίρι και να βάλει μπρος την αυτοπειθαρχία του. Δυσκολεύτηκε, είναι η αλήθεια, να ξαναβρεί την οδό των ονείρων του. Πέρασε χρόνος και βάλε με σκαμπανεβάσματα "κοιμάμαι-δεν-κοιμάμαι" και ύπνους ξύπνους απανωτά. Οταν επιτέλους τα κατάφερε να σταθεροποιήσει το ωράριό του, επισκέφτηκε το γιατρό και τον ευχαρίστησε. Η θεραπεία ήταν επιτυχής, είχε ξαναβρεί τον έλεγχο του ύπνου, έστω και από την ανάποδη, ακολουθώντας αντίθετο δρόμο. «Είσαι πνεύμα αντιλογίας» του έλεγε η Μάνα όταν ήταν μικρός, αλλά αυτό δεν το είχε λάβει υπόψη ο γιατρός -ή μήπως το είχε λάβει;
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου