Αχ, αυτοί οι γέροι κι οι γριές με τ' άδεια μάτια! Μάτια χωρίς βλέμμα, κοιτάζουν, βλέπουν, αλλά χωρίς να βλέπουν κάτι έξω από εκείνους. Βλέπουν τη τσέπη τους μονάχα και το σκατό τους που το κάνουν παξιμάδι για να μετρούν την αγάπη και το ενδιαφέρον με τάλαρα, με μπικικίνια, πώς το λένε. «Οσα έχω θα τ' αφήσω στο Γιωργί που με παίρνει τηλέφωνο» ή «Θα τ' αφήσω όλα σ' ένα ίδρυμα, να μάθετε τσογλάνια», και μεις χεστήκαμε τι θα τα κάνεις ρε κωλόγερε (ή κωλόγρια) αυτά που συνάζεις στερώντας σου τις ύστερες απολαύσεις. Κάντα ό,τι θέλεις, δικά σου είναι, επάξια τα κέρδισες. Λυπάμαι που δεν τα αξιοποιείς διαφορετικά -δεν τα αξιοποιείς καθόλου μάλλον. Αντί να πας κάνα ταξιδάκι, να πααίνεις να τρως σε καμιά ταβερνίτσα, να κάνεις το τραπέζι σε ένα φίλο, εγγόνι, ανήψι, σε κάποιον άνθρωπο τεσπα, μαζώνεις και μαζώνεις και τολμάς να απειλείς ζητιανεύοντας αυτό που δεν έλαχε να μάθεις, δεν θέλησες να αποχτήσεις ποτέ σου: Αγάπη. Αστα κομμάτια ή «ες κόρακαν» -που λέγαν οι αρχαίοι.
Ακονίζει τα γαμψά της νύχια και χαϊδεύει απαλά τα θύματα που πιάστηκαν στα δίχτυα της, πριν τα οδηγήσει τρυφερά σπρώχνοντάς τα προς τον απύθμενο οισοφάγο της, η Αράχνη. Τα ακονισμένα νύχια θα χρειαστούν στην περίπτωση που κάποιο θύμα διανοηθεί να προσπαθήσει να ξεφύγει από τον ιστό. Η κατάσταση ομηρίας είναι τελειωτική και διαφυγή δεν υπάρχει. Διαφορετικά, δεν πρόκειται περί Αράχνης, αλλά περί αράχνης, η οποία δεν έχει καν νύχια.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου