Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011

123. το έθιμο της Καθαρής Δευτέρας εκσυγχρονίζεται


Σύμφωνα με το Π. Δ/γμα υπ' αριθ. 666/6/66 απεφασίσθη αντί χαρταετών να πετιούνται στον αέρα χειροβομβίδες, εκάστην Καθαράν Δευτέραν. Ο Ποιητής αντέδρασε σφόδρα με ύβρεις, διαδηλώσεις και κατάρες, ενώ η Βέρα Καλτάκα το βρήκε απολύτως λογικό και σύμφωνο με τις επιταγές της εποχής. Ο Μεργκαέλ, βεβαίως, θα προτιμούσε να ρίχνονται στον αέρα τσεκ επιταγών, αλλά ποιος τον ακούει αυτόν... Από την άλλη πλευρά, η μαρκησία Εψη Εψιλον με την παρέα της, αν και δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τις χειροβομβίδες, απεφάσισε να υποστηρίξει το Π.Δ/γμα γιατί αν δεν το υποστήριζε αυτή και η παρέα της το Π.Δ/γμα θα έπεφτε κάτω και θα έσκαγε και η πτώση αυτή θα ήταν χειρότερη και πιο εκκωφαντική από το πέταγμα μιας χειροβομβίδας στον αέρα. Ασε που θα είχε και περισσότερα θύματα. Μετά από την υποστήριξη του Π.Δ/γματος και από την Μαρκησία Εψη Εψιλον, η Βέρα σπεύδει να αμολήσει τη χειροβομβίδα της, αδιαφορώντας για την αδιαφορία του Μεργκαέλ και την οργισμένη αντίδραση του Ποιητή.
Καλά Κούλουμα Βέρα Καλτάκα!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

121. πέρα βρέχει

Ο Ποιητής καθόταν στα σκαλάκια σαν τον Alasdair στη φωτό και κοίταζε αφηρημένος μακριά για να δει αν πέρα βρέχει, όταν ένα σύννεφο πέρασε ξυστά πάνω απο το κεφάλι του και αμόλησε μια ομοβροντία σταγόνων τεραστίου μεγέθους. «Αχ, γιατί να μην είναι αντί σταγόνες στίχοι;» σκέφτηκε ο Ποιητής, που πάσχει από αντιποίηση αυτό τον καιρό και, λες και τον άκουσαν οι ουρανοί, μια νέα ομοβροντία από χαρτάκια τυπωμένα πέφτει και τον πλακώνει. Περιττό να πούμε ότι ο Ποιητής ξεφορτώθηκε βιαστικά όλο αυτό το χαρτομάνι και ξαναπήρε τη θέση του στα σκαλάκια, μόνο που δεν κοιτάζει αφηρημένα αν πέρα βρέχει, αλλά αναρωτιέται αν και πόσο μοιάζει με τον Alasdair. Φυσικά, ως Ποιητής, μπερδεύει τον έναν Alasdair με τον άλλο και η όψη του αλλάζει διαρκώς μέχρις ότου αποφασίσει οριστικά, οπότε και θα σταθεροποιηθεί το ύφος και η μορφή του.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 17, 2010

116. η χώρα των Σοφών Κώλων

Κάποτε, ο Ποιητής αποφάσισε να κάνει ένα μακρινό ταξίδι, να πάει όσο πιο μακριά γινόταν. Ρώτησε λοιπόν, ποια είναι η πιο μακρινή χώρα κι ένας ταξιδιωτικός πράκτορας του είπε πως είναι η χώρα των Σοφών Κώλων. Μέχρι να τακτοποιήσει τα εισιτήρια τρένων, πλοίων και αεροπλάνων, που θα τον πήγαιναν στη χώρα των ονείρων του, έγραφε ποιήματα για κώλους. Για όμορφους κώλους στρογγυλούς και τσιτωμένους, αλλά και για πισινούς πεσμένους, ζαρουκλιασμένους ή ατροφικούς, για τροφαντά κωλαράκια, αλλά και για μαραμένα οπίσθια. Γέμιζε σελίδες επί σελίδων με γλαφυρά ποιήματα, αλλά και με ολόκληρες ελεγείες και έπη, ιστορώντας με στίχους τους κώλους της φαντασίας του, τόσο που το μυαλό του γέμιζε σκατά χωρίς να το καταλαβαίνει. Το πρόβλημα του Ποιητή ήταν ότι περιεγραφε την εξωτερική εμφάνιση των κώλων και ουδεμία σημασία έδινε στο περιεχόμενό τους, οπότε, το περιεχόμενο εισερχόταν στα κρυφά και στα μουλωχτά και κατελάμβανε θέση μέσα στο νου του Ποιητή, αφού εκείνος προτιμούσε να αρνείται την ύπαρξη του περιεχομένου αυτού. Μετά από αρκετό καιρό, όταν ετοιμάστηκαν όλα τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και ο Ποιητής υπεβλήθει σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, έκανε και τα ειδικά πανάκριβα εμβόλια, ήρθε η πολυπόθητη μέρα της αναχώρησης. Πρώτα μπήκε στο τρένο, όπου, λόγω κεκτημένης συνήθειας, παρατηρούσε τους ανθρώπινους κώλους αντί για τα πρόσωπα. Μιλούσε σε κώλους κοιτάζοντας τους κωλους στα μάτια -τρόπος του λέγειν "μάτια" γιατί ένας κώλος έχει μονάχα ένα μάτι, το οποίο μάλιστα δεν φαίνεται μια και βρίσκεται κάτω απο τα ρούχα. Κατόπιν, μπήκε στο πλοίο, όπου συνέχισε το ίδιο βιολί. Υστερα, έφτασε σε ένα μακρινό αεροδρόμιο, όπου θα ερχόταν το αεροπλάνο να τον μεταφέρει στον τελικό προορισμό του, όπερ και εγένετο. Ετσι, έφτασε μετά από μερικές ώρες στη χώρα των Σοφών Κώλων. Εκεί όμως, δεν υπήρχε κανένας κώλος. Κανένα πλάσμα δεν είχε κώλο. Οι άνθρωποι ήταν άκωλοι εντελώς, μια επιφάνεια επίπεδη ήταν η πίσω όψη τους, και ο Ποιητής αναρωτήθηκε πώς και από πού τάχα να χέζουν. Δεν δίστασε να ρωτήσει έναν περιπτερά ο, φημισμένος για την τόλμη του, Ποιητής: «Δεν μου λέτε παρακαλώ, πώς χέζετε σεις εδώ πέρα;» αλλά ο περιπτεράς αγνοούσε το ρήμα "χέζω" και υπέδειξε στον Ποιητή να απευθυνθεί στον σοφότερο Κώλο της χώρας, ένα γνωστό υπερήλικα ακαδημαϊκό. Θα πάω αύριο να ρωτήσω, σκέφτηκε ο Ποιητής και πήγε στο ξενοδοχείο, να τακτοποιήσει τις βαλίτσες του και να ξεκουραστεί. Στο δωμάτιο, που ήταν κατηγορίας υπερλούξ επτά αστέρων, υπήρχε ένα θαυμάσιο λουτρό με μπανιέρα τζακούτζι, ασπροφουφουλιασμένα μπουρνούζια και πετσέτες προσώπου λινές, αλλά λεκάνη τουαλέτας δεν υπήρχε πουθενά. Χτύπησε το κουδούνι, ήρθε μια καμαριερα -άκωλη κι αυτή, φυσικά- και της υπέδειξε την έλλειψη: «πού είναι η τουαλέτα δεσποινίς;» μα η κοπέλα απόρησε, επειδή δεν είχε ξανακούσει τη λέξη "τουαλέτα". Καλά, σκέφτηκε πάλι ο Ποιητής, θα ρωτήσω αύριο τον σοφότερο Κώλο της χώρας, κι έπεσε για ύπνο, αφού κατούρησε στο νιπτήρα -χέσιμο δεν ήθελε ακόμα, ένεκα η αλλαγή κλίματος. Το πρωί της επόμενης μέρας, επισκέφθηκε τον σοφότερο Κώλο, ένα κύριο γηραλέο αλλά συμπαθέστατο, και τον ρώτησε τα σχετικά. Εψαξε ο σοφός σε κάτι ογκώδη σκωροφαγωμένα βιβλία, και η απάντηση που έδωσε ήταν η εξής: «Εμείς εδώ, όπως ίσως παρατηρήσατε κύριε Ποιητά, δεν διαθέτομεν κώλον, άρα δεν παράγομεν το υποπροϊόν σκατά, άρα δεν χρειαζόμεθα τουαλέτας.» Ο Ποιητής ξαφνιάστηκε αρκετά, αλλά είχε την ψυχραιμία να συνεχίσει τις ερωτήσεις. Στην ερώτηση του Ποιητή «Και πώς ζείτε χωρίς να αποπατείτε;» ο Σοφότερος απάντησε «Εχομεν εξελίξει το γονίδιόν μας τοιουτοτρόπως ώστε να μη χρειάζεται να τρώμε, άρα ούτε και να χέζομεν, αγαπητέ Ποιητά. Εχομεν το πλεονέκτημα έναντι των άλλων ανθρώπων να μη χρειαζόμεθα καν τροφήν δια να ζήσομεν.» Φοβερή οικονομία! κραύγασε από μέσα του, βεβαίως, ο Ποιητής, αποτολμώντας μιαν επιπλέον ερώτηση «Πώς προέκυψε, σεβαστέ σοφότατε Κώλε, αυτή η ανάγκη εξελίξεως του γονιδίου στη χώρα σας;» και ο Σοφότατος αναστέναξε πριν απαντήσει «ααααχ, προέκυψεν δια λόγους οικονομίας, αλλά ήτο μεγάλο λάθος, αγαπητέ Ποιητά, μεγάλο σφάλμα σας λέγω, διότι το αποτέλεσμα αυτής της εξελίξεως ναι μεν είναι εποικοδομητικόν δια την οικονομίαν της χώρας, αλλά δια το γένος των ανθρώπων είναι τεράστιον πλήγμα, δεδομένου ότι δεν είμεθα πλέον άνθρωποι αλλά υπερμεγέθη περιττώματα... αχχχ...» Ο Ποιητής δεν ηθέλησε να ακούσει περισσότερα, πήγε στο ξενοδοχείο, μάζεψε τα μπαγκάζια του, έτρεξε στο αεροδρόμιο, έκανε ολόκληρο το μακρύ ταξίδι ανάποδα, έφτασε στην πατρίδα του, έτρεξε γραμμή στο καμπινέ και ξαλάφρωσε από κόπρανα μιας εβδομαδας τουλάχιστον, διαβεβαιώντας τον εαυτό του ότι θα πάψει να ονειρεύεται μακρινά ταξίδια και να γράφει ποιήματα για κώλους.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

098. εκείνη περπατούσε ξυπόλητη...

Μια μέρα, ο Ποιητής συνάντησε την Οικονομία. Εκείνη, περπατούσε ξυπόλητη πάνω σε αγκάθια και λάσπες, αλλά οι πατουσες της παρέμεναν δροσερές και χαριτωμένες. Ο Ποιητής απόρησε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό θαυμάζοντας το φαινόμενο. Σκέφτηκε μάλιστα να γράψει ένα ποίημα. Για τις δροσερές πατούσες, όχι για την Οικονομία, φυσικά, επειδή οι Ποιητές δεν τα πάνε καθόλου καλά με τη διαχείριση των οικονομικών -αδυνατούν να απασχολήσουν το νου τους με πεζά πράγματα και για τούτο συνέχεια πεινούν- ούτε μπορούν να αντικρύσουν στήλες με αριθμούς -κλείνουν πάντοτε τα μάτια μπροστά στους ισολογισμούς των εταιρειών που δημοσιεύονται στον τύπο. Η Οικονομία πέρασε ξυστά δίπλα του και του έκλεισε το μάτι. Ως γυναίκα ήταν πολύ ωραία, αλλά ως Οικονομία ήταν απεχθής και ο καημένος ο Ποιητής βρέθηκε προ μεγάλου διλήμματος. Να ακολουθήσει την ξυπόλητη γυναίκα ή να αγνοήσει την ξυπόλητη Οικονομία; Και οι δυο (πακέτο σε ένα) ήταν πανέμορφες, με υπέροχα πέλματα, ο Ποιητής ήταν ολίγον τι ποδολάγνος κι έτσι διάλεξε να ακολουθήσει απλώς δυο υπέροχες πατούσες. Εκείνες περπατούσαν σε λάσπες και αγκάθια, όπως είπαμε, αλλά γλιστρούσαν και πάνω σε πάγους και σε λιωμένα χιόνια, ακροβατούσαν και σε πυρακτωμένες λάμες, βυθιζόντουσαν και σε καυτές αμμώδεις ερήμους. Ο Ποιητής ακολουθούσε και τη μια καιγόταν, την άλλη πάγωνε και την άλλη δροσιζόταν. Οι απότομες εναλλαγές της θερμοκρασίας και των τοπίων τον ζάλιζαν σαν να έκανε χρήση δραστικών παραισθησιογόνων ουσιών και καποια στιγμή του πέρασε απο το μυαλό να παρατήσει τη παρακολούθηση. Δεν ήξερε πού θα τον έβγαζε αυτή η περιπέτεια. Σάμπως όμως υπάρχει κάποια περιπέτεια, της οποίας να είναι γνωστό το τέλος; Μια περιπέτεια λέγεται έτσι, επειδή ακριβώς το τέλος της είναι απρόβλεπτο, γιατί αν η κατάληξη είναι γνωστή από την αρχή δεν θα λεγόταν περιπέτεια και δεν θα άξιζε καν να τη ζήσει κανείς. «Μια περιπέτεια ξεκινάς να τη ζεις και όπου σε βγάλει» είπε ο Ποιητης από μέσα του και σταμάτησε στην εκατοστή γωνία. Σταμάτησε επειδή τρομαξε που έπιασε τον εαυτό του, το βαθύτερο εαυτό του, τον ποιητικό, να λογαριάζει, να μετρά τις γωνίες και τις διασταυρώσεις, να μετρά τα βήματά του, να αθροίζει τα βήματα των ξυπόλητων πελμάτων, να τα πολλαπλασιάζει με τις γωνίες, να αφαιρεί τις ερήμους και να διαιρεί με αγκάθια και λασπουριές και παει λέγοντας. Σταμάτησε και για ένα λόγο απλούστερο, που ίσως να ήταν και ο βασικός λόγος της διακοπής: Δεν είχε βρει τρόπο να γράφει ποιήματα με αριθμούς. Βεβαίως, αν συνέχιζε την παρακολούθηση, πιθανότατα να έβρισκε τον τρόπο αυτόν, αλλά τότε θα λεγόταν άραγε ποιητής;

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2008

072. το νήμα της αγάπης

Οταν ο Ποιητής αποφάσισε να αποδεσμευτεί από την αγάπη της Μάνας, έπεσε απότομα μπρούμυτα στο πλακόστρωτο και τότε, από τη φόρα της πτώσης, ξεπετάχτηκε το χτενάκι που συγκρατούσε την πλούσια κόμη του και τα λυμένα του μαλλιά απλώθηκαν στη γυμνή του πλάτη σαν πλοκάμια από καλαμαροχτάποδα. Εψαξε και βρήκε την άκρη του νήματος της αγάπης της Μάνας, που αγκάλιαζε το λαιμό του και τον έπνιγε τόσα χρόνια -μιλάμε για πολλά πολλά χρόνια. Το νήμα αυτό είχε χοντρύνει πολύ, ένεκα της συχνής και πλούσιας διατροφής που του προσέφερε η Μάνα, και είχε γίνει σαν τριχιά -χοντρό και αγκαθερό. Ο Ποιητής όμως ήταν αποφασισμένος να γλιτώσει από δαύτο και άρχισε να το ξετυλίγει μετά πολλού κόπου και βασάνου. Ξετύλιγε και ξετύλιγε και τελειωμό δεν είχε, αλλά η ανακούφιση που ένοιωθε μετά από το ξετύλιγμα κάθε γύρου από το λαιμό, τού έδινε καινούργιο κουράγιο να συνεχίζει το άθλημα. Οσο το νήμα της αγάπης της Μάνας ξετυλιγόταν, τόσο λέπταινε, μέχρι που έγινε λεπτό σαν μεταξωτή κλωστίτσα. Οσο πιο λεπτό, τόσο πιο ανθεκτικό και τόσο πιο κοντά στο δέρμα του λαιμού του Ποιητή, τόσο πιο κοντά στην ψίχα της ψυχής του. Με τα πολλά, παραμένοντας εξακολουθητικά μπρούμυτα πάνω στο πλακόστρωτο, ο Ποιητής είδε και απόειδε να ξετυλίγει και το νήμα να μη σώνεται και σκέφτηκε να τα παρατήσει. Πώς όμως θα ξανατύλιγε όλο αυτό το πελώριο κουβάρι γύρω από το λαιμό του, ώστε να μη πάρει χαμπάρι η Μάνα τί πήγε να κάνει; Γιατί, αν η Μάνα καταλάβαινε πόσο βαριά έπεφτε η αγάπη της στο παιδί της, θα ήταν ικανή για όλα -μέχρι και να το πνίξει κανονικά. Αλλο δεν έμενε στον Ποιητή από το να συνεχίζει το ξετύλιγμα και ό,τι ήθελε ας γινόταν. Ιδρωνε και ξίδρωνε λοιπόν, είχε να παλέψει και με το βάρος των μαλλιών του που τον πίεζαν αφόρητα πάνω στο πλακόστρωτο, οι πλάκες άρχισαν να υποχωρούν σιγά σιγά μέχρι που απορρόφησαν τη λυωμένη μάζα των μαλλιών, του νήματος της αγάπης, του σώματος του Ποιητή, και μια ψιλή ευεργετική βροχούλα ήρθε να ξεπλύνει τα αίματα και τους ιδρώτες.
Λένε, ότι η Μάνα ήταν εκείνη που παρακάλεσε «ας βρέξει επιτέλους!»

Κυριακή, Ιουλίου 27, 2008

071. ο έλεγχος του ύπνου

Ο Ζωγράφος είχε χάσει τον έλεγχο. Δεν υπήρχε τρόπος να ξαναβρεί την οδό των ονείρων, χωρίς να ελέγχει τον ύπνο του. Πανικοβλήθηκε, η αϋπνία τον είχε καταρρακώσει. Αρχισαν να εισβάλλουν και σωματικά συμπτώματα. Τότε αποφάσισε να πάει στο γιατρό. «Πάρε αυτά τα χαπάκια» είπε ο γιατρός. Η ιδέα πως θα πάρει χάπια, ο τρόμος ότι μπορεί να γίνει κι αυτός ένας χαπάκιας σαν τους πολλούς, έκαναν τον πανικό του να μεγαλώσει. «Πάρτα, κι εγώ τα παίρνω» του είπε ο φίλος του ο Ποιητής, και ο Ζωγράφος τα πήρε για λίγες μέρες, τόσες όσες ακριβώς χρειάστηκαν ώστε να αποφασίσει να τα κόψει μαχαίρι και να βάλει μπρος την αυτοπειθαρχία του. Δυσκολεύτηκε, είναι η αλήθεια, να ξαναβρεί την οδό των ονείρων του. Πέρασε χρόνος και βάλε με σκαμπανεβάσματα "κοιμάμαι-δεν-κοιμάμαι" και ύπνους ξύπνους απανωτά. Οταν επιτέλους τα κατάφερε να σταθεροποιήσει το ωράριό του, επισκέφτηκε το γιατρό και τον ευχαρίστησε. Η θεραπεία ήταν επιτυχής, είχε ξαναβρεί τον έλεγχο του ύπνου, έστω και από την ανάποδη, ακολουθώντας αντίθετο δρόμο. «Είσαι πνεύμα αντιλογίας» του έλεγε η Μάνα όταν ήταν μικρός, αλλά αυτό δεν το είχε λάβει υπόψη ο γιατρός -ή μήπως το είχε λάβει;


Κυριακή, Ιουλίου 13, 2008

066. ορθοποδικόν τεστ

Ο Ποιητής έπρεπε να ορθοποδήσει επιτέλους. Ετσι, αποφάσισε να επισκεφτεί έναν ειδικό, να κάνει ένα ορθοποδικό τεστ.
Ο ειδικός ορθοποδικός επιστήμων απεφάνθη ότι έφταιγαν τα πόδια του, που πατούσαν ανελέητα τα χαμομήλια.
Επρεπε να επανορθώσει για τα μίλια χωραφιών, ολόκληρα και τετραγωνικά, που είχε πατήσει. Τα ράφια χωράφια ήταν τίγκα στο χαμαίμηλον. Εβγαλε το βραστήρα από την πρίζα και ορκίστηκε ότι θα αποφεύγει στο εξής τα αφεψήματα. Αντί αυτών, η ανθοκομία έγινε το χόμπι του. Εκανε μεταμόσχευση πορτοκαλιές νεραγκούλες στα πόδια και περπατούσε στο εξής τα μίλια του μαλακά.

Σάββατο, Ιουλίου 05, 2008

064. το ανοιχτήρι της μπίρας

Η Βέρα Καλτάκα ξεκόλλησε το ανοιχτήρι από τον πίνακα που της είχε χαρίσει ο Ζωγράφος και, πάνω που ετοιμαζόταν να ανοίξει μια μπιρίτσα, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας, έτσι άνοιξε την πόρτα αντί για τη μπίρα και βρέθηκε μπροστά στη φίλη της τη Λία και σε ένα κρεμανταλά με ξελιγωμένο βλέμμα. Δεν ήθελε άλλες γνωριμίες στη ζωή της και τους πέταξε και τους δυο έξω με εύσχημο τρόπο, δήθεν πως έπρεπε να αναχωρήσει σε λίγο για ταξίδι. Οι νέες γνωριμίες την κούραζαν, όχι επειδή είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, αλλά επειδή δεν ήθελε πια να μιλά. Εμενε σιωπηλή μέρες ολόκληρες, χωρίς να λέει λέξη. Ακόμα κι ο αναστεναγμός της ήταν πλέον βουβός: έβγαινε από τα σφιγμένα χείλη της σαν θολό μουγκρητό.
Ο Ζωγράφος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο μαζί με τον Ποιητή, έτσι βρήκε ευκαιρία το Ψάρι να πετάξει όλα τα χρώματα της φαντασίας τους στο βυθό, θέλοντας να εκδικηθεί τα χρωματιστά όνειρά τους.
Ολα αυτά συνέβησαν αληθινά, εκτός από το θέμα της μπίρας. Η Βέρα Καλτάκα ανέκαθεν τη σιχαινόταν και δεν την έβαζε στο στόμα της, άρα δεν ξεκόλλησε ποτέ το ανοιχτήρι από τον πίνακα.

Παρασκευή, Μαΐου 16, 2008

061. Ρεπορτάζ Χωρίς Τσίνορα

Χαμήλωσε το βλέμμα. Δεν άντεχε το δικό του καρφωμένο πάνω στα βυζιά της. Ηθελε να τα βλέπει και αυτή. Να εστιάζουν στο ίδιο σημείο τα βλέμματά τους. Πόση ώρα όμως μπορεί να προσηλωθεί ένα βλέμμα στο ίδιο σημείο; Να ήταν κάνα ηλιοβασίλεμα, πάει στο καλό! Αλλά στα βυζιά της; Τα είχε δει εκατοντάδες φορές, προ και μετά σιλικόνης. Τα έβλεπε από την εφηβική της ηλικία, από τότε που είχαν αρχίσει δειλά δειλά να φουσκώνουν. Δεν άντεχε να εξακολουθεί να τα βλέπει τόση ώρα συνέχεια, έστω κι αν εκείνος δεν κουραζόταν να τα κοιτάζει. «Ουφ!» έκανε με χάρη, «δεν κοιτάμε και κάτι άλλο; Ολο τα βυζάκια μου θα βλέπεις;» Τότε, εκείνος σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε ίσια στα μάτια, καρφωτά. Τότε ακριβώς, εκείνη πρόσεξε ότι τα μάτια του δεν είχαν τσίνορα. Ηταν η πρώτη φορά που κοιταζόντουσαν στα μάτια, γι αυτό. «Ναι, καλό μου, ας κάνουμε κάτι άλλο. Τι θά 'λεγες για ένα ρεπορτάζ; Να σε βοηθήσω με το θέμα;»«Ω, γλυκειέ μου, με βοήθησες κιόλας!» απάντησε λιγωμένα, φιθυρίζοντας σιγανά «Θα κάνω ένα ρεπορτάζ χωρίς τσίνορα...» Ευτυχώς, ο Ποιητής ήταν ολίγον τι κουφός.

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2008

060. The perfect kiss

Αυτό θα ήταν το τελειότερο φιλί, αν συνέβαινε μερικά χρόνια αργότερα. Τότε που συνέβη, απλώς ήταν κάτι τι το αηδιαστικό. Η μικρή έβγαλε τη γλωσσίτσα της από αγανάκτηση που βρισκόταν τόση ώρα στημένη για τη φωτογράφιση και ο μικρούλης, αμέσως μετά, έκανε εμμετό. Ο Ποιητής βρισκόταν εκεί κοντά, αλλά δεν συνέλαβε την αλήθεια. Είναι γνωστό ότι οι ποιητές ζουν στον κόσμο τους.

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008

059. Καβάλα στο φαβορί

Ηταν γεννημένη φαβορί, την υποστήριζε κι ο αναβάτης της. Οταν πετάχτηκε μπροστά της το αουτσάιντερ σαν τον άνεμο, έχασε το βηματισμό της, πεδικλώθηκε, τρίκλισε και βρέθηκε πεσμένη ανάσκελα, αυτή, η δυνατή φοράδα, στο στίβο του ιπποδρομίου. Τα τέσσερα πόδια με τις χοντρές οπλές να σειούνται στον αερα -η τέλεια ξεφτίλα!- κι ο αναβάτης απών. Τον τερματισμό τον είδε ο ναυτικός με τα κυάλια, ο Ποιητής έχασε το στοίχημα και το Ψάρι χασκογελούσε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

055. η ζουγκλα του Ποιητη

Ο γιατρος ανοιξε το φακελλακι κι εβγαλε το ισοπεδωμενο σωμα του Ποιητη. Οι θαυμαστες του το ειχαν διπλωσει ευλαβικα στα τεσσερα για να χωρεσει στο μικρο φακελλο και να περισσεψει και λιγος χωρος ωστε, σκιζοντας το ο γιατρος, να μη τραυματιστει το λεπτο του δερμα. Οι ποιητες εχουν ευαισθητο δερμα, για τουτο κιδυνευουν συχνα απο ισοπεδωση. Ο γιατρος εβγαλε το διπλωμενο σωμα του Ποιητη, το ξεδιπλωσε προσεκτικα και παρατηρησε το κοκκινο παπιγιον που φορουσε. «Ισως να ερεθιζονται και οι ρινοκεροι με το κοκκινο χρωμα» σκεφτηκε και εστειλε τον Ποιητη ξανα στη ζουγκλα, κατοπιν θερμης παρακλησης του ιδιου. Ο Ποιητης δεν εχει θεση στον κοσμο του πολιτισμου -απεχθανεται το χρημα.

Der Jungle des Dichters 

Der Arzt öffnete den kleinen Umschlag und nahm den geglätteten Körper des Dichters heraus. Seine Bewunderer hatten ihn ergeben viermal gefaltet, damit er in den kleinen Umschlag passe und dass auch noch ein wenig Platz bliebe, damit ihm der Arzt beim Aufreissen nicht die dünne Haut verletze. Die Dichter haben sensible Haut, darum droht oft, dass sie platt gemacht werden. Der Arzt nahm den gefalteten Körper des Dichters, entfaltete ihn vorsichtig und bemerkte die rote Fliege, die er trug. „Vielleicht macht auch die Nashörner die rote Farbe aggressiv“, dachte er und schickte den Dichter wieder in den Jungle, nach der dringlichen Bitte desselbigen. Der Dichter hatte keinen Platz in der kultivierten Welt – er verachtete das Geld.
____________
μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 11, 2008

054. ποιητικες φουσκες

Το Ψαρι πετουσε ψηλα με τα φτερα του Ποιητη. Ειχε γλιτωσει απο τον ψαρα, ειχε αφησει το δολωμα στην παραλια. Ο Ποιητης πεινουσε, βρηκε το δολωμα, το εφαγε και μεταμορφωθηκε σε Ψαρι. Ολοι οι λουομενοι περιμεναν να μιλησει, να διαμαρτυρηθει, να συνδραμει τον κοσμο που τον θαυμαζε, να πιστοποιησει τον τιτλο που του απεδιδαν εδω και πολλα χρονια, τον τιτλο του Ποιητη οραματων. Ο Ποιητης ομως ειχε γινει Ψαρι και κανεις δεν το ηξερε. Η Ψαριλα εγινε αισθητη μολις ο Ποιητης εγραψε τον τελευταιο του στιχο: «Διαμαρτυρομαι σιωπηρως». Τοτε, μονο τοτε, το εμαθε και ο ιδιος και, κανοντας ενα μακροβουτι, εφτασε στα βαθια, κι εβγαλε βραγχια και μπουρμπουληθρες.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

052. τα συννεφα

Προχτες ειχε κατι ωραια συννεφα στον ουρανο και ο ωραιος Μεργκαέλ Ωγκαίο ηθελε να τα φωτογραφισει αλλα το ξεχασε. Ετσι, πηγε για ψαρεμα και περιμενε να τσιμπησει το Ψαρι. Εκεινο ομως, ειχε βγει απο το νερο φορωντας την αντιαερικη του μασκα και πετουσε πλεον μεσα στα προχτεσινα συννεφα με τα δανεικα φτερα του Ποιητη.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

051. το ροζ τριανταφυλλο

«Θα σου χαρισω ενα ροζ τριανταφυλλο», της ελεγε, αλλα εκεινη δε δεχοταν με τιποτα την προσφορα του, «εχω δικες μου τριανταφυλλιες» του απαντουσε, συμπληρωνοντας «αλλωστε δεν μου αρεσει το ροζ χρωμα, θα 'πρεπε να το ξερεις», εκεινος τοτε χτυπιοταν που δεν μπορουσε να βρει τι αλλο να της χαρισει -ενα ροζ τριανταφυλλο πιστευε πως ηταν το ιδανικο δωρο για μια ευαισθητη γυναικα οπως η δικη του αγαπημενη ερωμενη- και ο καιρος περνουσε μεχρι που αποφασισε να παψει να δηλωνει "Ποιητης", εβαψε τα καγκελα της αυλης του ροζ, τα γεμισε αγκαθια και οταν ηρθε η καλη του της εδωσε μια σπρωξια και την κολλησε πανω τους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007

049. ο Ποιητής και το Ψάρι


Ο Ποιητής τίναξε ανάλαφρα την πλούσια χαίτη του και,αφήνοντας ένα σαρκαστικό χλιμίντρισμα μαζί με μια οσμηρή πορδή, χάθηκε καλπάζοντας στα χωράφια των συνειρμών, αφού προηγουμένως είχε προλάβει να δοκιμάσει την πειθώ της δεξιάς οπλής του στα κενά κρανία των θαυμαστών του. Οι πληγωμένοι θαυμαστές απέμειναν σύξυλοι, αν και θα μπορούσαν να τον πάρουν το κατόπι ακολουθώντας την οσμή και να τον ξεσκίσουν, αντί γι αυτό όμως έβγαλαν τα λευκά τους μαντίλια και τα κουνούσαν. Η απόφαση του Ποιητή να εγκαταλείψει τους θαυμαστές του στο έλεος των περιστάσεων ήταν ακλόνητη και τίποτε δεν θα τον γύριζε πίσω, ούτε το άσπρο σύννεφο των μαντιλιών που εξακολουθούσαν να κουνιούνται πίσω του, δήθεν ως ένδειξη χαιρετισμού, στην πραγματικότητα όμως για να διαλύσουν την οσμή, κάτι που αν ο Ποιητής είχε αντιληφθεί θα επέστρεφε δριμύτερος να τους συνετίσει εκσφενδονίζοντας εναντίον τους το ατσαλένιο του βλέμμα. Το βλέμμα του Ποιητή αντικρύζει τώρα νέα λιβάδια θαυμαστών, όπου φύονται πυκνές ορδές πύρινων βλεφαρίδων και, αψηφώντας το Ψάρι που κολυμπά με δυσφορία μέσα στο γυμνασμένο του στομάχι, ορμά να τις ξερριζώσει από την αδράνεια και να τις αναγκάσει να παίξουν θριαμβευτικά τον Υμνο της Αναλαμπής. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το Ψάρι ανεβαίνει από το στομάχι στο στόμα του Ποιητή ακολουθώντας την ορθή οδό του οισοφάγου, ξεφεύγει προς τα έξω ανάμεσα από τα πολυφίλητα χείλη του και παίζει το ρόλο που του επεφύλασσε η μοίρα: μεταμορφώνεται σε κουρέα και ξυρίζει τη χαίτη του Ποιητή! Οι θαυμαστές τότε αναγαλιάζουν, τα κενά τους κρανία πλημμυρίζουν ήχους, οι πύρινες βλεφαρίδες σβήνουν, το ατσαλένιο βλέμμα λιώνει, ο Ποιητής μαθαίνει επιτέλους να ακούει -έστω, με ακουστικά- και το Ψάρι πετάει μακριά.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...