«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερα Καλτακα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερα Καλτακα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο, Αυγούστου 20, 2011
135. θέλω να μου κλείσεις τα μάτια
«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί. Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011
133. τη μέρα που αποκοιμήθηκε στον καναπέ
Ενα μεσημέρι, η Βέρα Καλτάκα αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ξύπνησε από ένα κρύο ρεύμα. Μισάνοιξε τα μάτια και είδε πως η πόρτα του διαμερίσματός της ήταν μισάνοιχτη και «μπα, ξέχασα να κλειδώσω;» είπε από μέσα της και σηκώθηκε, μισοκοιμισμένη ακόμα, να κλείσει και να κλειδώσει την πόρτα. Εσπρωξε την πόρτα να κλείσει, μα η πόρτα δεν έκλεινε. Η μπετούγια έστριβε κανονικά, αλλά η πόρτα ξανάνοιγε. Εψαυσε με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού και κατάλαβε ότι δεν δούλευε το γλωσσίδι της μπετούγιας. Το έσπρωξε με δύναμη προς τα μέσα να ξεκολλήσει, μια και της φάνηκε κολλημένο, αλλά τίποτα δεν πέτυχε. Το γλωσσίδι ήταν ένα με το σόκορο, δεν πήγαινε ούτε μέσα ούτε έξω. Εψαξε τα κλειδιά να κλειδώσει τουλάχιστον την πόρτα, ήταν άφαντα κι αυτά και παραιτήθηκε από την προσπάθεια. Γύρισε στον καναπέ της, ξαναξάπλωσε και ξανακοιμήθηκε, με την ελπίδα όταν θα ξαναξυπνούσε να ήταν όλα εντάξει. Η Βέρα Καλτάκα είχε απόλυτο δίκιο, γιατί, όταν ξαναξύπνησε, η πόρτα ήταν καλά κλεισμένη και τα κλειδιά κρεμόντουσαν στην κλειδαριά. Πολλά κατάλαβε εκείνη τη μέρα η Βέρα και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μη ξανακοιμηθεί στον καναπέ και μάλιστα μεσημέρι.Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011
131. ισιώνοντας το πρόσωπο

Μια φορά που η Βέρα Καλτάκα ήταν γριά ρυτιδιασμένη πριν ξαναγίνει νέα, δηλαδή μια από τις άπειρες φορές που είχε βρεθεί στο κατώφλι του θανάτου, άπλωσε το χέρι να ισιώσει τις ρυτίδες της. Ηθελε, πριν πεθάνει ακόμα μια φορά, κάτι από το πρόσωπό της να έχει ισιωθεί.
εικόνα: Old Woman, Photography by Carl Moser
Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011
123. το έθιμο της Καθαρής Δευτέρας εκσυγχρονίζεται
Σύμφωνα με το Π. Δ/γμα υπ' αριθ. 666/6/66 απεφασίσθη αντί χαρταετών να πετιούνται στον αέρα χειροβομβίδες, εκάστην Καθαράν Δευτέραν. Ο Ποιητής αντέδρασε σφόδρα με ύβρεις, διαδηλώσεις και κατάρες, ενώ η Βέρα Καλτάκα το βρήκε απολύτως λογικό και σύμφωνο με τις επιταγές της εποχής. Ο Μεργκαέλ, βεβαίως, θα προτιμούσε να ρίχνονται στον αέρα τσεκ επιταγών, αλλά ποιος τον ακούει αυτόν... Από την άλλη πλευρά, η μαρκησία Εψη Εψιλον με την παρέα της, αν και δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τις χειροβομβίδες, απεφάσισε να υποστηρίξει το Π.Δ/γμα γιατί αν δεν το υποστήριζε αυτή και η παρέα της το Π.Δ/γμα θα έπεφτε κάτω και θα έσκαγε και η πτώση αυτή θα ήταν χειρότερη και πιο εκκωφαντική από το πέταγμα μιας χειροβομβίδας στον αέρα. Ασε που θα είχε και περισσότερα θύματα. Μετά από την υποστήριξη του Π.Δ/γματος και από την Μαρκησία Εψη Εψιλον, η Βέρα σπεύδει να αμολήσει τη χειροβομβίδα της, αδιαφορώντας για την αδιαφορία του Μεργκαέλ και την οργισμένη αντίδραση του Ποιητή. Καλά Κούλουμα Βέρα Καλτάκα!
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11, 2011
120. Ο Μεγάλος Βιασμός
Εκλεισε η πόρτα βαρειά πίσω από το βιαστή και παραβιαστή του οικογενειακού ασύλου, των ντουλαπιών με τα ρούχα, του ψυγείου και των ερμαρίων με τα τρόφιμα, του τραπεζικού λογαριασμού και των δανειακών συμβάσεων. Ο ωραίος Μεργκαέλ και η αγαπημένη του Βέρα Καλτάκα εξακολουθούσαν να παραμένουν βουβοί μετά την τραγωδία που είχαν ζήσει. Βουβοί και γυμνοί όπως τους γέννησε η μάνα τους ή όπως ο Αδάμ κι η Εύα στον Παράδεισο. Αλλο τό 'να όμως και άλλο το άλλο. Οταν γεννήθηκαν ήταν νεογνά, ενώ οι προπάτορες ήταν ενήλικες· ως προς τη γύμνια είναι το ίδιο ακριβώς, το ίδιο γυμνοί δηλαδή. Η αίσθηση ντροπής ήταν διάχυτη, χυμένη από κάθε πόρο των σωμάτων τους, πασαλειμένη πάνω στα πλακάκια, ξερασμένη από τη λεκάνη και το νιπτήρα, ακόμα και το καζανάκι της τουαλέτας έσταζε ντροπή. Ο Μεργκαέλ κοίταζε το νιπτήρα απλανώς, ενώ η Βέρα είχε μαρμαρωθεί με το κεφάλι σκυφτό και το βυζι να ανεμίζει κάτω απο τη μασχάλη. Δεν τολμούσε ο ένας να κοιτάξει τον άλλον. Ο βιαστής έφταιγε βεβαίως, αλλά εκείνοι ένοιωθαν την ενοχή που τους είχε φορτώσει. Ακριβώς όπως ο Κύριος φόρτωσε με ενοχές τα πλάσματά του, όπως κάθε μάνα που σέβεται τον εαυτό της ως μάνα και ως κυρία γεμίζει ενοχές τα μυαλά των παιδιών της. Μια παροιμία λέει «και κερατάς και δαρμένος» και είναι η περίπτωση αυτή ακριβώς: βιασμένοι και γυμνοί, λες και είχε αδειάσει και το απομέσα του κεφαλιού τους. Μια στιγμή, η Βέρα σήκωσε το κεφάλι και μουρμούρισε ένα αχνό «και τώρα τί κάνουμε», ο Μεργκαέλ «γιατί πληθυντικός, καθένας μόνος του από δω και πέρα» είπε στον εαυτό του και ράγισε το πράσινο πλακάκι επάνω δεξιά. Τα λευκά πλακάκια είναι πάντα πιο ανθεκτικά, ισπανικό προϊόν βλέπεις. «Ηταν ανάγκη να μπει αυτή η γαμημένη υπογραφή» ξαναμίλησε η Βέρα στον εαυτό της και «μεγάλη ανάγκη έδειχνε πως ήταν» ξαναμίλησε ο Μεργκαέλ και «Με κατέστρεψε ο πούστης!» ξέσπασε ουρλιάζοντας και η Βέρα σηκώθηκε όρθια και φώναξε κι αυτή όσο της επέτρεπε το λαρύγγι της «Θα του φάω το λαρύγγι του καργιόλη!» και το καλό είναι πως σηκώθηκε και ο Μεργκέλ και βρεθήκαν και οι δυο τους ορθοί, αν και στα κρύα του λουτρού, και αγκαλιαστήκαν και φιληθήκαν και πήγαν να ανοίξουν την πόρτα να βγουν να τον κυνηγήσουν. Μαζί. Η πόρτα όμως δεν άνοιγε, ήταν κλειδωμένη απέξω και μέσα στο λουτρό δεν υπήρχε κάτι βαρύ να ρίξουν πάνω της, αλλά έριξε το βάρος του κορμιού του ο Μεργκαέλ και την έσπασε και βγήκαν έτσι θεόγυμνοι στο δρόμο και ενωθήκαν με λεφούσια γυμνών ανθρώπων που ούρλιαζαν κραδαίνοντας τα γυμνά τους σώματα -ασπίδες και όπλα ταυτοχρόνως- και τρέχαν οι γυμνοί άνθρωποι, ορμητικοί μα όχι πανικόβλητοι, να πλακώσουν το βιαστή τους, να τον σκάσουν κάτω από το βάρος των ενοχών με τις οποίες τους είχε φορτώσει. Δεν γνωρίζω τί έγινε στο τέλος, υποθέτω όμως ότι ο βιαστής ανακαλύφθηκε και πλήρωσε το κακό που έκανε -με την υπεξαίρεση της αναπνοής του.Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010
111. εισιτήριο άνευ επιστροφής
Οταν κατάλαβε ότι η Μάνα της επιθυμούσε μια κόρη εντελώς διαφορετική από εκείνην, η Βέρα Καλτάκα βρισκόταν στα πρόθυρα του εκατοστού εβδομηκοστού όγδοου θανάτου της. Πιθανότατα η Μάνα να μην επιθυμούσε καν κόρη, αλλά αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στην ικανότητά της να κάνει τη Βέρα να πεθαίνει τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο. Με τη δικαιολογία πως της είχε χαρίσει τη ζωή, της την έπαιρνε όποτε ήθελε και -αν και όταν ήθελε- της την ξανάδινε. Ετσι, η Βέρα ήταν μια γυναίκα άλλοτε πυροβολημένη, άλλοτε στραγγαλισμένη και άλλοτε πνιγμένη. Σπανίως η ζωή της χανόταν με ήρεμο τρόπο, η Μάνα ήταν απόλυτη σε αυτό: «Η ζωή πρέπει να παίρνεται στα ξαφνικά και με βία», έλεγε, «αλλοιώς δεν έχει μεγαλείο η πράξη του θανάτου» και η Βέρα άκουγε τη Μάνα και πέθαινε κάθε τρεις και λίγο όπως η Μάνα όριζε. Για πάρα πολλά χρόνια, ο θάνατος υπερτερούσε της ζωής για τη Βέρα και αυτό σχεδόν την ευχαριστούσε, μια και απώτερος στόχος της ήταν να νοιώθει τη Μάνα ευτυχισμένη. Η Μάνα όμως, ποτέ δεν ευχαριστιόταν ως Μάνα, ούτε ο θάνατος της κόρης τη συγκινούσε, ούτε η ζωή της, κυρίως με τη ζωή της Βέρας ήταν πάντα δυσαρεστημένη. Ο,τι και να έκανε η κόρη, ήταν κακά καμωμένο, κυρίως αν ήταν καμωμένο με πρόθεση την ευχαρίστηση της Μάνας. Αργησε πολύ η Βέρα Καλτάκα να καταλάβει ότι ήταν απολύτως αδύνατο να ευχαριστήσει τη Μάνα με τη ζωή της -πολύ περισσότερο ούτε με τον επαναλαμβανόμενο θάνατό της. Οταν το κατάλαβε όμως, αποφάσισε να μη ξαναπεθάνει για το χατήρι κανενός, τράβηξε κλήρο για τη χώρα όπου η μοίρα την καλούσε, έβγαλε εισιτήριο άνευ επιστροφής και πέταξε για την έρημο. Μάλιστα. Προσευχήσου άνθρωπε, προσευχήσου να μη τύχει ο ίδιος κλήρος και στη Μάνα, γιατί τότε αλί και τρισαλί στην καημένη τη Βέρα, προσευχήσου, να μην αρέσει η έρημος καθόλου στη Μάνα και αν της τύχει αυτός ο κλήρος να τον ακυρώσει. Αμήν.____________________________
η εικόνα απο εδώ
Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010
110. στο περιθώριο
Μια μέρα, ο ωραίος Μεργκαέλ Ωγκαίο ξύπνησε με ένα παράξενο συναίσθημα. Ενοιωθε μια βαθειά βαριεστημάρα, δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όλα τον πίεζαν αφόρητα, ιδίως τα απανωτά τηλεφωνήματα που ζητούσαν τη γνώμη του, τη συμπαράστασή του, τις ευλογίες του. Ακόμα και τα τηλεφωνήματα φίλων, που τον προσκαλούσαν για ένα απεριτίφ, τα έβρισκε ανόητα και άνευ σημασίας. Τί θα μπορούσε πια να συζητήσει μαζί τους; Υπήρχε κάτι που δεν το είχαν αναλύσει διεξοδικά στα τόσα πολλά χρόνια της φιλίας τους; Ετσι, βαδίζοντας προς το λουτρό του λιτού διαμερίσματός του, σκέφτηκε στα σοβαρά να μπεί στο περιθώριο. Ελα όμως που δεν είχε σαφή ιδέα τί σημαίνει περιθώριο! Το φανταζόταν στενό, όπως ακριβώς τα περιθώρια των τετραδίων. Τα τετράδια έχουν δυο περιθώρια, ένα δεξί κι ένα αριστερό. Ποιο έπρεπε να διαλέξει; Μήπως να διάλεγε καλύτερα το περιθώριο ενός κάδρου; Ισως πράγματι να ήταν αυτό το ενδεδειγμένο περιθώριο για την ιδιοσυγκρασία του, ώστε, αν το μετάνοιωνε κάποια στιγμή, να μπορούσε να μεταπηδήσει σύντομα και με άνεση στο κέντρο του κάδρου, να βρεθεί ατάκα κιεπιτόπου ξανά στο επίκεντρο της προσοχής. Μάλιστα. Αυτό ακριβώς έπραξε εκείνο το πρωί, αφού ξυρίστηκε επιμελώς -για τελευταία φορά, πριν περιθωριοποιήσει τον εαυτό του. Μετά την πάροδο μερικών ημερών και αφού τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά, διαπίστωσε με μεγάλη απογοήτευση ότι εξακολουθούσαν να είναι αναγνωρίσιμα το πρόσωπο και το σουλούπι του. Κανείς δεν τον είχε ξεχάσει, ίσα ίσα μάλιστα, μερικοί τον επαινούσαν και θαύμαζαν το νέο του στιλ. «Γαμώτο» έβρισε από μέσα του, σιχτιρίζοντας ταυτόχρονα την έλλειψη άνεσης στα βρισίδια, «τί πρέπει να κάνω ακόμα;» αισθανόμενος την πίεση του περιβάλλοντος να μεγαλώνει, παρόλο που πλέον η πίεση είχε αλλάξει κατεύθυνση και αντί να έρχεται από τα άκρα προς το κέντρο, όπου ήταν η παλιά του θέση, ερχόταν από το κέντρο προς τα άκρα. Αποφάσισε λοιπόν να φορέσει μάσκα, αλλά και μετά από αυτή την κίνηση αντιπερισπασμού η αναγνωρισιμότητα τον κυνηγούσε κατά πόδας. Τον πρόδιδε το κομψό και νευρώδες κορμί του, το αγέρωχο στήσιμο ήταν ακόμα πιο προδοτικό. Τι άλλο να κάνει απο το να προσπαθήσει να αλλάξει αυτά τα γνωρίσματα, από το να παχύνει δηλαδή; Μάλιστα. Καλή ιδέα. Αρχισε να τρώει σαν μανιακός. Κυρίως παγωτά, γλυκά γενικώς, που παχαίνουν γρήγορα. Η ικανοποίηση που έλαβε τρώγοντας όσα είχε στερηθεί μια ζωή, προσπαθώντας να διατηρεί ανέπαφη τη γραμμή της σιλουέττας του, ήταν τεράστια. Τόσο μεγάλη ευτυχία είχε να νοιώσει από τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με τη μεγάλη του αγάπη, τη Βέρα Καλτάκα. Μάλιστα. Οι μπαταρίες του γέμισαν στο φουλ, τόσο που δεν έβλεπε την ώρα να ξαναβρεθεί στο κέντρο του κάδρου της ζωής, το περιθώριο τον στένευε αφόρητα. Δοκίμασε μια, δυο, τρεις, έσπρωξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ήταν αδύνατο να ξαναμπεί στο κάδρο. Εριξε μια ματιά αφ' υψηλού -όπως συνήθιζε να κάνει παλιά, όταν όλοι τον κυνηγούσαν εκλιπαρώντας την προσοχή του- και είδε ότι το κάδρο ήταν πλήρες, δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα, που λένε. Γεμάτο από κομψούς, αγέρωχους, νευρώδεις ανθρώπους, περιτριγυρισμένους από θαυμαστές που εκλιπαρούσαν για συμβουλές, επιβεβαίωση, συμπαράσταση, ευλογίες. Σκέφτηκε τότε με πίκρα ότι αν ήθελε να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του θαυμασμού θα έπρεπε να κάνει αυστηρή δίαιτα, να στερηθεί ένα σωρό πράγματα που τον ευχαριστούσαν, να βάψει τα μαλλιά του που είχαν γκριζάρει στο μεταξύ, να ξυρίσει και την πλούσια γενιάδα, να ξαναφορέσει τα γελοία στενά ρούχα και παπούτσια που ήταν της μόδας -ό,τι φόραγε ο καλός ο κόσμος. Απελπίστηκε. Ηθελε και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Να είναι ο εαυτός του και να τον θαυμάζουν γι αυτό που είναι ο ίδιος και όχι να θαυμάζουν την εικόνα που καλλιεργούσε για χάρη των θαυμαστών. Θα μπορούσε όμως να διακινδυνέψει μια δοκιμή; να δώσει έναν πήδο, να σπάσει το περιθώριο και να βρεθεί ανάμεσα στο παμφάγον πλήθος; Ετσι όπως είχε γίνει τώρα, με τα μαλλιά και τα γένια και με τον τεράστιο όγκο που είχε αποχτήσει; Χωρίς κομψότητα, χωρίς αγέρωχο ύφος και ελαφρύ βάδισμα, σίγουρα θα τον λιντσάριζαν! «Και σιγά που θα τους κάνω τη χάρη!» είπε από μέσα του και αποφάσισε να κάνει το απλούστερο: Να σπρώξει το περιθώριο προς τα έξω, να το φαρδύνει, ώστε να χωράει περισσότερους!Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010
106. το σπυράκι
Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα ατρόμητη, τίποτα δεν την τρομάζει εκτός από τα σπυράκια που φυτρώνουν όταν δεν τα περιμένεις και μάλιστα εκεί ακριβώς όπου δεν τα περιμένεις καθόλου! Ετσι λοιπόν, προχτες το πρωί που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του λουτρού της και είδε στο υπέροχο πρόσωπό της ένα σπυράκι φουσκωμένο και έτοιμο να σπάσει, κόντεψε να λιποθυμήσει από τρομάρα. Μόλις πέρασε το πρώτο σοκ, πήρε ένα μπαμπακάκι και με κυκλωτικές κινήσεις τα κατάφερε να αφαιρέσει όλο το πύον. Το σπυράκι είχε ωριμάσει, που λένε, και δεν πόνεσε καθόλου. Ετσι συμβαίνει με τα ώριμα σπυράκια. Ισως μάλιστα, αν το άφηνε λίγο ακόμα, θα έσπαγε και μονάχο του χωρίς τη δική της πίεση, αν και η πίεση βοηθά να αποβληθεί όλο το πύον και να μη μείνει καθόλου σημάδι στον τόπο όπου υπήρχε το σπυράκι -στο πρόσωπο εν προκειμένω. Αυτό ισχύει γενικώς και όχι μόνο για τα σπυράκια της αξιαγάπητης Βέρας: Οταν φεύγει το πύον, κάθε οργανισμός νοιώθει ξαλαφρωμένος και φρέσκος φρέσκος για νέες περιπέτειες. Περιττεύει να πούμε ότι, αν η Βέρα Καλτάκα δεν έσπαγε το σπυράκι και δεν αφαιρούσε το πύον τη στιγμή ωρίμανσης του προβλήματος, μπορεί το όμορφο πρόσωπό της να γινόταν αγνώριστο και σε λίγο καιρό να χρειαζόταν εγχείριση με αμφίβολα αποτελέσματα. Αν πάλι το έσπαγε νωρίτερα, όταν ήταν ακόμη άγουρο, μπορεί να έμενε ανεξίτηλο σημάδι στο πρόσωπο -ίσως και στην καρδιά της.Σάββατο, Μαΐου 22, 2010
104. κι έπειτα ήρθαν οι κινέζοι...
Σάββατο, Ιανουαρίου 30, 2010
097. οι αλλεπάλληλοι θάνατοι της Βέρας Καλτάκα
Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010
096. το πάθος που δεν υπήρξε
Τρίτη, Ιανουαρίου 12, 2010
094. το φάντασμα του Κολοράντο

Οταν η Βέρα Καλτάκα επισκέφτηκε τη κοιλάδα του Κολοράντο, συνάντησε έναν άνθρωπο μασκαρεμένο σε ινδιάνο. Φορούσε το χαρακτηριστικό κάλυμμα του κεφαλιού, εκείνο με τα φτερά, αλλά από κάτω φόραγε ένα μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το λαιμό κι ένα τριμμένο μπλουτζίν. Στα πόδια δεν φορούσε τίποτα, ήταν ξυπόλητος και αυτό την εντυπωσίασε: «Δεν καίγονται οι πατούσες σας;» τον ρώτησε, αλλά εκείνος απέστρεψε περήφανα το πρόσωπο, έκανε μεταβολή, πέρασε μέσα από ένα βράχο σαν φάντασμα και εξαφανίστηκε. Τότε ακριβώς, η Βέρα Καλτάκα κατάλαβε πως είχε την τιμή να απεύθύνει το λόγο σε κάτι τι ανύπαρκτο. Περισσότερο ανύπαρκτο ακόμα κι από τον ωραίο Μεργκαέλ, που απλώς δεν της έδινε σημασία όταν του μιλούσε.
Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009
091. στα πλακάκια
Του αρέσει να τη παίρνει στα πλακάκια. Εκείνη δεν λέει όχι, γιατί εκείνος είναι ο Αρχηγός. Η Βέρα Καλτάκα δεν διανοήθηκε ποτέ να του αρνηθεί τίποτα. Μια ζωή σεξ στα όρθια και στα πλακάκια. Με νερό από πάνω να τρέχει ή και στα στεγνά. Σε λουτρά πολυτελών ξενοδοχείων, σε υπόγεια ουρητήρια, οπουδήποτε, αρκεί να υπάρχουν πλακάκια. Μονόχρωμα, κατά προτίμηση. Τα χρωματιστά δεν τα μπορεί ο Αρχηγός. Δεν αγαπά τα χρώματα ούτε τα σχέδια. Τα γκρίζα ειναι η αδυναμία του, ίσως και τα ανοιχτογάλαζα κάπως. Χτες το βράδυ όμως, εκείνη το ξανασκέφτηκε και, όταν της τηλεφώνησε να βρεθούν στη πλατεία για να τη γαμήσει υπογείως, στα δημόσια ουρητήρια, η Βέρα Καλτάκα είπε το πρώτο της όχι. Σήμερα το πρωί βρέθηκε νεκρή. Με σπασμένο κρανίο. Από ένα γκρίζο πλακάκι. Αναζητείται ο δράστης και τα τηλέφωνα του Αρχηγού έχουν πάρει φωτιά.Σάββατο, Ιουλίου 05, 2008
064. το ανοιχτήρι της μπίρας
Ο Ζωγράφος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο μαζί με τον Ποιητή, έτσι βρήκε ευκαιρία το Ψάρι να πετάξει όλα τα χρώματα της φαντασίας τους στο βυθό, θέλοντας να εκδικηθεί τα χρωματιστά όνειρά τους.
Ολα αυτά συνέβησαν αληθινά, εκτός από το θέμα της μπίρας. Η Βέρα Καλτάκα ανέκαθεν τη σιχαινόταν και δεν την έβαζε στο στόμα της, άρα δεν ξεκόλλησε ποτέ το ανοιχτήρι από τον πίνακα.
Σάββατο, Μαΐου 24, 2008
062. Το χαρτάκι
Η συνέχεια του ονείρου διαδραματίστηκε στο άγαλμα του Βύρωνα και ήταν νύχτα. Βρέθηκε πάλι μαζί με τον άντρα των ονείρων της, τον ωραίο Μεργκαέλ Ωγκαίο, αλλά δεν ήταν ψηλός και λεπτός αυτή τη φορά. Είχε κοντύνει και βρισκόταν στο ύψος της. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν και ορίσουν το επόμενο ραντεβού -στο όνειρο πάντα- εκείνη την ώρα ακριβώς, της ήρθε επιθυμία να κατουρήσει και, μια και η κίνηση στη λεωφόρο Αμαλίας ήταν μηδαμινή, αποφάσισε να τα κατεβάσει και να ουρήσει δίπλα στο άγαλμα όπου η Δόξα στεφανώνει το Βύρωνα. Τα ούρα ξεχύθηκαν ποτάμι, δεν ήταν δυνατό να κρυφτεί η πράξη που τόσο την ανακούφισε. Ο Μεργκαέλ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να εξαφανίσει τα κατρουλιά, πήρε μια μεγάλη λεκάνη, τη γέμιζε νερό από ένα μεγάλο σωλήνα σαν εκείνον που βλέπουμε σε παλιές ταινίες να βρίσκεται στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, από όπου έτρεχε άφθονο νερό -στα όνειρα όλα συμβαίνουν- και το έριχνε πάνω στο κίτρινο υγρό που πλημμύριζε το πλατύ πεζοδρόμιο, αλλά τίποτα δεν γινόταν.
Η Βέρα Καλτάκα ένοιωσε ότι είχε πικράνει τον αγαπημένο της, ότι εκείνος ντρεπόταν για λογαριασμό της. Τότε ακριβώς πρόσεξε το μπόι του, που είχε κοντύνει και προχώρησε στην επόμενη ονειρική φάση. Προχώρησε κυριολεκτικά, γιατί πέρασε απέναντι αφήνοντας τον ωραίο Μεργκαέλ να μάχεται τα κατρουλιά και είδε παρκαρισμένη μια ωραία σεβρολέτ του 1955, χρώματος γκρι σουρί -σα να λέμε “ποντικί”. Το μοντέλο αυτό μάγευε ανέκαθεν τη Βέρα Καλτάκα, αντίθετα το μοντέλο του 1959 με εκείνα τα φτερά πεταλούδας στα οπίσθιά του την εξόργιζε. Σκεφτόταν ποιος νοσηρός εγκέφαλος είχε συλλάβει και κάνει πράξη το αποτέλεσμα της φαντασίας του, όταν εκείνη τη στιγμή ακριβώς πέρασε δίπλα της μια σεβρολέτ του 1959, κόκκινη, αλλά με τα φτερά του καπώ της συμμαζεμένα, δεμένα με γυαλιστερά χρώμια στο υπόλοιπο αμαξωμα, σαν ευνουχισμένη. Θύμιζε μοντελάκι τύπου φίατ, μια σεβρολέτ αποδυναμωμένη εντελώς, και τη λυπήθηκε.
Στο νου της ήρθε πάλι το χαρτάκι και η αίσθηση της πολυκαιρίας κόλλαγε νοερά στα δάχτυλά της, η αίσθηση σκόνης ανακατεμένης με ένα σωρό μικρόβια. «Ουτε ένοχος ούτε θύμα», αυτό θα πρέπει να έγραφε το χαρτάκι, αυτό της ταίριαζε και τέλος. Κι αν δεν το έγραφε, αν οι λεξεις αυτές ήταν κατασκεύασμα αποκλειστικά δικό της, δεν είχε καμιά σημασία. Στο κάτω κάτω, ο Μεργκαέλ δεν ήταν μάγος να μαντέψει τι θα ήθελε εκείνη να γράφει το χαρτάκι του, το φυλαγμένο τόσα χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι το χαρτάκι είχε γραφτεί πολύ πριν τη γνωριμία τους.
Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008
057. Καθαρη Δευτερα (λατρα, λαντζα και φιλίες)
Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007
037. το Κέντρο Λήψης Αποφάσεων
Με τα χέρια απλωμένα ανοιχτά, ακουμπησμένα δεξιά και αριστερά πάνω στο νιπτήρα σε μια στάση χαλαρή, μισοσκυφτή, γυμνή όπως τη γέννησε η μάνα της, πυροβολήθηκε η Βερα Καλτάκα στο κεφάλι. Τη στιγμή του πυροβολισμού, θα ορκιζόταν ότι κάποια τρυφερά χέρια μάλαζαν γλυκά και σταθερά τις ταλαιπωρημένες της ωμοπλάτες, σαν για να τις ελαφρύνουν από τα βάρη, και, όταν η σφαίρα καρφώθηκε στον εγκέφαλό της, μια εικόνα και μια σκέψη καρφώθηκαν μαζί με αυτή στο ίδιο σημείο: στο Κέντρο Λήψης Αποφάσεων. Οχι, δεν θα τη χρησιμοποιούσε ποτέ και κανένας ζωγράφος ως μοντέλο για τη θλίψη, όχι. Θα πέθαινε κουβαλώντας χαρούμενη στις πλάτες το φορτίο της από άγρια θηρία της ζούγκλας -ελέφαντες κυρίως. Η σφαίρα δεν τη σκότωσε. Ο εγκεφαλικός ιστός δημιούργησε γύρω της ένα ισχυρό περίβλημα, δυναμώνοντας το Κέντρο Λήψης Αποφάσεων, κι έτσι η Βερα Καλτάκα εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας. Πυροβολημένη. Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2007
036. η πορεία της σφαίρας
Ακολουθώντας την πορεία της σφαίρας που διαπέρασε το μυαλό του, ο σεβαστός Μεργκέλ Ωγκαίο βρέθηκε στη χώρα των πυροβολημένων, όπου όλα έχουν το απαλό χρώμα της μούχλας -ένα λιωμένο υποπράσινο μουντό. Οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας αυτής είναι γυναίκες με πυροβολημένα μυαλά, για τούτο προσέχουν ιδιαιτέρως την κόμμωσή τους, να καλύπτει καλά την τρύπα.Ανέκαθεν τον γοήτευαν οι πυροβολημένες γυναίκες, έτσι, ο σεβαστός Μεργκαέλ Ωγκαίο είχε την αίσθηση πως βρέθηκε στον Παράδεισο. Οταν μάλιστα αντίκρυσε την ωραία Βέρα Καλτάκα και πρόσεξε την απουσία των χεριών της, ορκίστηκε μέσα του ότι θα έκανε το παν για να την κατακτήσει. Θα ήθελε πολύ να εύρισκε το θάρρος να της απευθύνει το λόγο, η σφαίρα όμως είχε παρασύρει στην πορεία της το τμήμα του εγκεφάλου του, το επιφορτισμένο με την παραγωγή θάρρους, αρκέστηκε λοιπόν να παρατηρεί την ωραία του με λατρεία.
___________________
ΣΗΜ. η εικόνα είναι του Ray Caesar και αν πατησεις στο όνομά του θα βρεις πολλές δημιουργίες του και μετά πάτα και στο βιογραφικο του
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
