Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερα Καλτακα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερα Καλτακα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Αυγούστου 20, 2011

135. θέλω να μου κλείσεις τα μάτια

«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί.

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011

133. τη μέρα που αποκοιμήθηκε στον καναπέ


Ενα μεσημέρι, η Βέρα Καλτάκα αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ξύπνησε από ένα κρύο ρεύμα. Μισάνοιξε τα μάτια και είδε πως η πόρτα του διαμερίσματός της ήταν μισάνοιχτη και «μπα, ξέχασα να κλειδώσω;» είπε από μέσα της και σηκώθηκε, μισοκοιμισμένη ακόμα, να κλείσει και να κλειδώσει την πόρτα. Εσπρωξε την πόρτα να κλείσει, μα η πόρτα δεν έκλεινε. Η μπετούγια έστριβε κανονικά, αλλά η πόρτα ξανάνοιγε. Εψαυσε με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού και κατάλαβε ότι δεν δούλευε το γλωσσίδι της μπετούγιας. Το έσπρωξε με δύναμη προς τα μέσα να ξεκολλήσει, μια και της φάνηκε κολλημένο, αλλά τίποτα δεν πέτυχε. Το γλωσσίδι ήταν ένα με το σόκορο, δεν πήγαινε ούτε μέσα ούτε έξω. Εψαξε τα κλειδιά να κλειδώσει τουλάχιστον την πόρτα, ήταν άφαντα κι αυτά και παραιτήθηκε από την προσπάθεια. Γύρισε στον καναπέ της, ξαναξάπλωσε και ξανακοιμήθηκε, με την ελπίδα όταν θα ξαναξυπνούσε να ήταν όλα εντάξει. Η Βέρα Καλτάκα είχε απόλυτο δίκιο, γιατί, όταν ξαναξύπνησε, η πόρτα ήταν καλά κλεισμένη και τα κλειδιά κρεμόντουσαν στην κλειδαριά. Πολλά κατάλαβε εκείνη τη μέρα η Βέρα και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μη ξανακοιμηθεί στον καναπέ και μάλιστα μεσημέρι.

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

131. ισιώνοντας το πρόσωπο



Μια φορά που η Βέρα Καλτάκα ήταν γριά ρυτιδιασμένη πριν ξαναγίνει νέα, δηλαδή μια από τις άπειρες φορές που είχε βρεθεί στο κατώφλι του θανάτου, άπλωσε το χέρι να ισιώσει τις ρυτίδες της. Ηθελε, πριν πεθάνει ακόμα μια φορά, κάτι από το πρόσωπό της να έχει ισιωθεί.

εικόνα: Old Woman, Photography by Carl Moser

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011

123. το έθιμο της Καθαρής Δευτέρας εκσυγχρονίζεται


Σύμφωνα με το Π. Δ/γμα υπ' αριθ. 666/6/66 απεφασίσθη αντί χαρταετών να πετιούνται στον αέρα χειροβομβίδες, εκάστην Καθαράν Δευτέραν. Ο Ποιητής αντέδρασε σφόδρα με ύβρεις, διαδηλώσεις και κατάρες, ενώ η Βέρα Καλτάκα το βρήκε απολύτως λογικό και σύμφωνο με τις επιταγές της εποχής. Ο Μεργκαέλ, βεβαίως, θα προτιμούσε να ρίχνονται στον αέρα τσεκ επιταγών, αλλά ποιος τον ακούει αυτόν... Από την άλλη πλευρά, η μαρκησία Εψη Εψιλον με την παρέα της, αν και δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τις χειροβομβίδες, απεφάσισε να υποστηρίξει το Π.Δ/γμα γιατί αν δεν το υποστήριζε αυτή και η παρέα της το Π.Δ/γμα θα έπεφτε κάτω και θα έσκαγε και η πτώση αυτή θα ήταν χειρότερη και πιο εκκωφαντική από το πέταγμα μιας χειροβομβίδας στον αέρα. Ασε που θα είχε και περισσότερα θύματα. Μετά από την υποστήριξη του Π.Δ/γματος και από την Μαρκησία Εψη Εψιλον, η Βέρα σπεύδει να αμολήσει τη χειροβομβίδα της, αδιαφορώντας για την αδιαφορία του Μεργκαέλ και την οργισμένη αντίδραση του Ποιητή.
Καλά Κούλουμα Βέρα Καλτάκα!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11, 2011

120. Ο Μεγάλος Βιασμός


Εκλεισε η πόρτα βαρειά πίσω από το βιαστή και παραβιαστή του οικογενειακού ασύλου, των ντουλαπιών με τα ρούχα, του ψυγείου και των ερμαρίων με τα τρόφιμα, του τραπεζικού λογαριασμού και των δανειακών συμβάσεων. Ο ωραίος Μεργκαέλ και η αγαπημένη του Βέρα Καλτάκα εξακολουθούσαν να παραμένουν βουβοί μετά την τραγωδία που είχαν ζήσει. Βουβοί και γυμνοί όπως τους γέννησε η μάνα τους ή όπως ο Αδάμ κι η Εύα στον Παράδεισο. Αλλο τό 'να όμως και άλλο το άλλο. Οταν γεννήθηκαν ήταν νεογνά, ενώ οι προπάτορες ήταν ενήλικες· ως προς τη γύμνια είναι το ίδιο ακριβώς, το ίδιο γυμνοί δηλαδή. Η αίσθηση ντροπής ήταν διάχυτη, χυμένη από κάθε πόρο των σωμάτων τους, πασαλειμένη πάνω στα πλακάκια, ξερασμένη από τη λεκάνη και το νιπτήρα, ακόμα και το καζανάκι της τουαλέτας έσταζε ντροπή. Ο Μεργκαέλ κοίταζε το νιπτήρα απλανώς, ενώ η Βέρα είχε μαρμαρωθεί με το κεφάλι σκυφτό και το βυζι να ανεμίζει κάτω απο τη μασχάλη. Δεν τολμούσε ο ένας να κοιτάξει τον άλλον. Ο βιαστής έφταιγε βεβαίως, αλλά εκείνοι ένοιωθαν την ενοχή που τους είχε φορτώσει. Ακριβώς όπως ο Κύριος φόρτωσε με ενοχές τα πλάσματά του, όπως κάθε μάνα που σέβεται τον εαυτό της ως μάνα και ως κυρία γεμίζει ενοχές τα μυαλά των παιδιών της. Μια παροιμία λέει «και κερατάς και δαρμένος» και είναι η περίπτωση αυτή ακριβώς: βιασμένοι και γυμνοί, λες και είχε αδειάσει και το απομέσα του κεφαλιού τους. Μια στιγμή, η Βέρα σήκωσε το κεφάλι και μουρμούρισε ένα αχνό «και τώρα τί κάνουμε», ο Μεργκαέλ «γιατί πληθυντικός, καθένας μόνος του από δω και πέρα» είπε στον εαυτό του και ράγισε το πράσινο πλακάκι επάνω δεξιά. Τα λευκά πλακάκια είναι πάντα πιο ανθεκτικά, ισπανικό προϊόν βλέπεις. «Ηταν ανάγκη να μπει αυτή η γαμημένη υπογραφή» ξαναμίλησε η Βέρα στον εαυτό της και «μεγάλη ανάγκη έδειχνε πως ήταν» ξαναμίλησε ο Μεργκαέλ και «Με κατέστρεψε ο πούστης!» ξέσπασε ουρλιάζοντας και η Βέρα σηκώθηκε όρθια και φώναξε κι αυτή όσο της επέτρεπε το λαρύγγι της «Θα του φάω το λαρύγγι του καργιόλη!» και το καλό είναι πως σηκώθηκε και ο Μεργκέλ και βρεθήκαν και οι δυο τους ορθοί, αν και στα κρύα του λουτρού, και αγκαλιαστήκαν και φιληθήκαν και πήγαν να ανοίξουν την πόρτα να βγουν να τον κυνηγήσουν. Μαζί. Η πόρτα όμως δεν άνοιγε, ήταν κλειδωμένη απέξω και μέσα στο λουτρό δεν υπήρχε κάτι βαρύ να ρίξουν πάνω της, αλλά έριξε το βάρος του κορμιού του ο Μεργκαέλ και την έσπασε και βγήκαν έτσι θεόγυμνοι στο δρόμο και ενωθήκαν με λεφούσια γυμνών ανθρώπων που ούρλιαζαν κραδαίνοντας τα γυμνά τους σώματα -ασπίδες και όπλα ταυτοχρόνως- και τρέχαν οι γυμνοί άνθρωποι, ορμητικοί μα όχι πανικόβλητοι, να πλακώσουν το βιαστή τους, να τον σκάσουν κάτω από το βάρος των ενοχών με τις οποίες τους είχε φορτώσει. Δεν γνωρίζω τί έγινε στο τέλος, υποθέτω όμως ότι ο βιαστής ανακαλύφθηκε και πλήρωσε το κακό που έκανε -με την υπεξαίρεση της αναπνοής του.

Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

111. εισιτήριο άνευ επιστροφής


Οταν κατάλαβε ότι η Μάνα της επιθυμούσε μια κόρη εντελώς διαφορετική από εκείνην, η Βέρα Καλτάκα βρισκόταν στα πρόθυρα του εκατοστού εβδομηκοστού όγδοου θανάτου της. Πιθανότατα η Μάνα να μην επιθυμούσε καν κόρη, αλλά αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στην ικανότητά της να κάνει τη Βέρα να πεθαίνει τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο. Με τη δικαιολογία πως της είχε χαρίσει τη ζωή, της την έπαιρνε όποτε ήθελε και -αν και όταν ήθελε- της την ξανάδινε. Ετσι, η Βέρα ήταν μια γυναίκα άλλοτε πυροβολημένη, άλλοτε στραγγαλισμένη και άλλοτε πνιγμένη. Σπανίως η ζωή της χανόταν με ήρεμο τρόπο, η Μάνα ήταν απόλυτη σε αυτό: «Η ζωή πρέπει να παίρνεται στα ξαφνικά και με βία», έλεγε, «αλλοιώς δεν έχει μεγαλείο η πράξη του θανάτου» και η Βέρα άκουγε τη Μάνα και πέθαινε κάθε τρεις και λίγο όπως η Μάνα όριζε. Για πάρα πολλά χρόνια, ο θάνατος υπερτερούσε της ζωής για τη Βέρα και αυτό σχεδόν την ευχαριστούσε, μια και απώτερος στόχος της ήταν να νοιώθει τη Μάνα ευτυχισμένη. Η Μάνα όμως, ποτέ δεν ευχαριστιόταν ως Μάνα, ούτε ο θάνατος της κόρης τη συγκινούσε, ούτε η ζωή της, κυρίως με τη ζωή της Βέρας ήταν πάντα δυσαρεστημένη. Ο,τι και να έκανε η κόρη, ήταν κακά καμωμένο, κυρίως αν ήταν καμωμένο με πρόθεση την ευχαρίστηση της Μάνας. Αργησε πολύ η Βέρα Καλτάκα να καταλάβει ότι ήταν απολύτως αδύνατο να ευχαριστήσει τη Μάνα με τη ζωή της -πολύ περισσότερο ούτε με τον επαναλαμβανόμενο θάνατό της. Οταν το κατάλαβε όμως, αποφάσισε να μη ξαναπεθάνει για το χατήρι κανενός, τράβηξε κλήρο για τη χώρα όπου η μοίρα την καλούσε, έβγαλε εισιτήριο άνευ επιστροφής και πέταξε για την έρημο. Μάλιστα. Προσευχήσου άνθρωπε, προσευχήσου να μη τύχει ο ίδιος κλήρος και στη Μάνα, γιατί τότε αλί και τρισαλί στην καημένη τη Βέρα, προσευχήσου, να μην αρέσει η έρημος καθόλου στη Μάνα και αν της τύχει αυτός ο κλήρος να τον ακυρώσει. Αμήν.
____________________________
η εικόνα απο εδώ

Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010

110. στο περιθώριο


Μια μέρα, ο ωραίος Μεργκαέλ Ωγκαίο ξύπνησε με ένα παράξενο συναίσθημα. Ενοιωθε μια βαθειά βαριεστημάρα, δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όλα τον πίεζαν αφόρητα, ιδίως τα απανωτά τηλεφωνήματα που ζητούσαν τη γνώμη του, τη συμπαράστασή του, τις ευλογίες του. Ακόμα και τα τηλεφωνήματα φίλων, που τον προσκαλούσαν για ένα απεριτίφ, τα έβρισκε ανόητα και άνευ σημασίας. Τί θα μπορούσε πια να συζητήσει μαζί τους; Υπήρχε κάτι που δεν το είχαν αναλύσει διεξοδικά στα τόσα πολλά χρόνια της φιλίας τους; Ετσι, βαδίζοντας προς το λουτρό του λιτού διαμερίσματός του, σκέφτηκε στα σοβαρά να μπεί στο περιθώριο. Ελα όμως που δεν είχε σαφή ιδέα τί σημαίνει περιθώριο! Το φανταζόταν στενό, όπως ακριβώς τα περιθώρια των τετραδίων. Τα τετράδια έχουν δυο περιθώρια, ένα δεξί κι ένα αριστερό. Ποιο έπρεπε να διαλέξει; Μήπως να διάλεγε καλύτερα το περιθώριο ενός κάδρου; Ισως πράγματι να ήταν αυτό το ενδεδειγμένο περιθώριο για την ιδιοσυγκρασία του, ώστε, αν το μετάνοιωνε κάποια στιγμή, να μπορούσε να μεταπηδήσει σύντομα και με άνεση στο κέντρο του κάδρου, να βρεθεί ατάκα κιεπιτόπου ξανά στο επίκεντρο της προσοχής. Μάλιστα. Αυτό ακριβώς έπραξε εκείνο το πρωί, αφού ξυρίστηκε επιμελώς -για τελευταία φορά, πριν περιθωριοποιήσει τον εαυτό του. Μετά την πάροδο μερικών ημερών και αφού τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά, διαπίστωσε με μεγάλη απογοήτευση ότι εξακολουθούσαν να είναι αναγνωρίσιμα το πρόσωπο και το σουλούπι του. Κανείς δεν τον είχε ξεχάσει, ίσα ίσα μάλιστα, μερικοί τον επαινούσαν και θαύμαζαν το νέο του στιλ. «Γαμώτο» έβρισε από μέσα του, σιχτιρίζοντας ταυτόχρονα την έλλειψη άνεσης στα βρισίδια, «τί πρέπει να κάνω ακόμα;» αισθανόμενος την πίεση του περιβάλλοντος να μεγαλώνει, παρόλο που πλέον η πίεση είχε αλλάξει κατεύθυνση και αντί να έρχεται από τα άκρα προς το κέντρο, όπου ήταν η παλιά του θέση, ερχόταν από το κέντρο προς τα άκρα. Αποφάσισε λοιπόν να φορέσει μάσκα, αλλά και μετά από αυτή την κίνηση αντιπερισπασμού η αναγνωρισιμότητα τον κυνηγούσε κατά πόδας. Τον πρόδιδε το κομψό και νευρώδες κορμί του, το αγέρωχο στήσιμο ήταν ακόμα πιο προδοτικό. Τι άλλο να κάνει απο το να προσπαθήσει να αλλάξει αυτά τα γνωρίσματα, από το να παχύνει δηλαδή; Μάλιστα. Καλή ιδέα. Αρχισε να τρώει σαν μανιακός. Κυρίως παγωτά, γλυκά γενικώς, που παχαίνουν γρήγορα. Η ικανοποίηση που έλαβε τρώγοντας όσα είχε στερηθεί μια ζωή, προσπαθώντας να διατηρεί ανέπαφη τη γραμμή της σιλουέττας του, ήταν τεράστια. Τόσο μεγάλη ευτυχία είχε να νοιώσει από τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με τη μεγάλη του αγάπη, τη Βέρα Καλτάκα. Μάλιστα. Οι μπαταρίες του γέμισαν στο φουλ, τόσο που δεν έβλεπε την ώρα να ξαναβρεθεί στο κέντρο του κάδρου της ζωής, το περιθώριο τον στένευε αφόρητα. Δοκίμασε μια, δυο, τρεις, έσπρωξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ήταν αδύνατο να ξαναμπεί στο κάδρο. Εριξε μια ματιά αφ' υψηλού -όπως συνήθιζε να κάνει παλιά, όταν όλοι τον κυνηγούσαν εκλιπαρώντας την προσοχή του- και είδε ότι το κάδρο ήταν πλήρες, δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα, που λένε. Γεμάτο από κομψούς, αγέρωχους, νευρώδεις ανθρώπους, περιτριγυρισμένους από θαυμαστές που εκλιπαρούσαν για συμβουλές, επιβεβαίωση, συμπαράσταση, ευλογίες. Σκέφτηκε τότε με πίκρα ότι αν ήθελε να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του θαυμασμού θα έπρεπε να κάνει αυστηρή δίαιτα, να στερηθεί ένα σωρό πράγματα που τον ευχαριστούσαν, να βάψει τα μαλλιά του που είχαν γκριζάρει στο μεταξύ, να ξυρίσει και την πλούσια γενιάδα, να ξαναφορέσει τα γελοία στενά ρούχα και παπούτσια που ήταν της μόδας -ό,τι φόραγε ο καλός ο κόσμος. Απελπίστηκε. Ηθελε και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Να είναι ο εαυτός του και να τον θαυμάζουν γι αυτό που είναι ο ίδιος και όχι να θαυμάζουν την εικόνα που καλλιεργούσε για χάρη των θαυμαστών. Θα μπορούσε όμως να διακινδυνέψει μια δοκιμή; να δώσει έναν πήδο, να σπάσει το περιθώριο και να βρεθεί ανάμεσα στο παμφάγον πλήθος; Ετσι όπως είχε γίνει τώρα, με τα μαλλιά και τα γένια και με τον τεράστιο όγκο που είχε αποχτήσει; Χωρίς κομψότητα, χωρίς αγέρωχο ύφος και ελαφρύ βάδισμα, σίγουρα θα τον λιντσάριζαν! «Και σιγά που θα τους κάνω τη χάρη!» είπε από μέσα του και αποφάσισε να κάνει το απλούστερο: Να σπρώξει το περιθώριο προς τα έξω, να το φαρδύνει, ώστε να χωράει περισσότερους!

Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010

106. το σπυράκι

Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα ατρόμητη, τίποτα δεν την τρομάζει εκτός από τα σπυράκια που φυτρώνουν όταν δεν τα περιμένεις και μάλιστα εκεί ακριβώς όπου δεν τα περιμένεις καθόλου! Ετσι λοιπόν, προχτες το πρωί που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του λουτρού της και είδε στο υπέροχο πρόσωπό της ένα σπυράκι φουσκωμένο και έτοιμο να σπάσει, κόντεψε να λιποθυμήσει από τρομάρα. Μόλις πέρασε το πρώτο σοκ, πήρε ένα μπαμπακάκι και με κυκλωτικές κινήσεις τα κατάφερε να αφαιρέσει όλο το πύον. Το σπυράκι είχε ωριμάσει, που λένε, και δεν πόνεσε καθόλου. Ετσι συμβαίνει με τα ώριμα σπυράκια. Ισως μάλιστα, αν το άφηνε λίγο ακόμα, θα έσπαγε και μονάχο του χωρίς τη δική της πίεση, αν και η πίεση βοηθά να αποβληθεί όλο το πύον και να μη μείνει καθόλου σημάδι στον τόπο όπου υπήρχε το σπυράκι -στο πρόσωπο εν προκειμένω. Αυτό ισχύει γενικώς και όχι μόνο για τα σπυράκια της αξιαγάπητης Βέρας: Οταν φεύγει το πύον, κάθε οργανισμός νοιώθει ξαλαφρωμένος και φρέσκος φρέσκος για νέες περιπέτειες. Περιττεύει να πούμε ότι, αν η Βέρα Καλτάκα δεν έσπαγε το σπυράκι και δεν αφαιρούσε το πύον τη στιγμή ωρίμανσης του προβλήματος, μπορεί το όμορφο πρόσωπό της να γινόταν αγνώριστο και σε λίγο καιρό να χρειαζόταν εγχείριση με αμφίβολα αποτελέσματα. Αν πάλι το έσπαγε νωρίτερα, όταν ήταν ακόμη άγουρο, μπορεί να έμενε ανεξίτηλο σημάδι στο πρόσωπο -ίσως και στην καρδιά της.

Σάββατο, Μαΐου 22, 2010

104. κι έπειτα ήρθαν οι κινέζοι...

Ο ωραίος Μεργκαέλ έβλεπε ένα όνειρο και ήταν τόσο συνεπαρμένος που δεν άκουσε το ξυπνητήρι να χτυπά. Ηθελε να μείνει στο όνειρό του μέσα και να το απολαμβάνει, έτσι δεν άκουσε ούτε το κουδούνι της εξώπορτας, ούτε το τηλέφωνο που χτυπούσε δαιμονισμένα. Δεν άκουσε ούτε τον ανθοπώλη της γειτονιάς του με τη βροντερή φωνή, ούτε το τρακάρισμα που έγινε στη γωνία έξω από το σπίτι του, ούτε τον πυροβολισμό του γείτονα που αυτοκτόνησε στο διπλανό διαμέρισμα. Ηθελε διακαώς να μένει μεσα στο όνειρό του και δεν άκουσε τη Βέρα Καλτάκα, την αγαπημένη του, που τον φώναζε υστερικά να της ανοίξει γιατί είχε ξεχάσει τα κλειδιά της. Ολοι ανησύχησαν που ο ωραίος Μεργκαέλ δεν άνοιγε τη πόρτα του διαμερίσματός του και φαντάστηκαν τα χειρότερα. Ετσι, η Βέρα Καλτάκα πήρε ένα ταξί κι έτρεξε σπίτι της να πάρει τα κλειδιά της να ανοίξει. Επέστρεψε με το ίδιο ταξί και βρήκε ένα πλήθος να τη περιμένει έξω από τη πολυκατοικία όπου κατοικούσε ο αγαπημένος της. Ανοιξε και κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο, τρέμοντας στη πιθανότητα να αντικρύσει το πτώμα του. Αντί για πτώμα όμως, είδε το Μεργκαέλ κουκουλωμένο μέχρι τα αυτιά να ροχαλίζει μακαρίως, κι έτσι βγήκε σιγοπατώντας από τη κάμαρη μη τυχόν τον ξυπνήσει. Καθησύχασε το πλήθος των ανησυχούντων γειτόνων, έκλεισε την εξώπορτα και πήγε στη κουζίνα να σιάξει ένα τσαγάκι. Σε λίγο «Εσύ είσαι Βέρα;» ακούστηκε η αγουροξυπημένη φωνή του Μεργκαέλ Ωγκαίο «τσάι φτιάχνεις;», η Βέρα του απάντησε «Ναι, από εκείνο που σου αρέσει, με άρωμα γιασεμί» και η μέρα συνεχίστηκε χωρίς άλλα απρόοπτα, εκτός από την άφιξη των κινέζων, που κατέφτασαν ορεξάτοι για τσάι. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν αρκετά φλυτζάνια και η Βέρα Καλτάκα πελάγωσε για μια στιγμή. Πώς θα τους ικανοποιούσε όλους αυτούς; Πού θα σερβίριζε το τσάι; Οι κινέζοι όμως είχαν έρθει οργανωμένοι: καθένας έβγαλε από τη τσέπη του ένα φλυτζάνι κι ένα φακελλάκι και ζήτησαν μόνο λίγο βραστό νερό. Η αλήθεια είναι πως τον επόμενο μήνα κόπηκαν οι παροχές νερού και ηλεκτρικού στο διαμέρισμα του ωραίου Μεργκαέλ, γιατί αδυνατούσε να πληρώσει τα υπέρογκα ποσά των λογαριασμών, πράγμα που δεν τον στενοχώρησε και πολύ, αφού επιτέλους πήγε να συγκατοικήσει με την αγαπημένη του Βέρα. Περνούσαν πολύ ωραία οι δυο τους, σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια, μέχρι που ήρθαν οι κινέζοι...

Σάββατο, Ιανουαρίου 30, 2010

097. οι αλλεπάλληλοι θάνατοι της Βέρας Καλτάκα

Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα που πεθαίνει συχνά ή μάλλον είναι μια γυναίκα που, όπως πολλές γυναίκες του είδους της, δεν διστάζει να περνά τις πύλες του θανάτου, γιατί ο θάνατος δεν είναι μια μοναχική πύλη για κείνην. Ο θάνατος έχει πολλές πόρτες και η Βέρα Καλτάκα μπορεί να περνά και δυο και τρεις πόρτες τη μέρα, αν της κάνει κέφι. Βρίσκει όμορφες αυτές τις πόρτες, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρη πού οφείλεται η ομορφιά τους. Μπορεί να είναι όμορφες μονάχα γι αυτήν, επειδή τις έχει συνηθίσει, αλλά μπορεί να έχουν μιαν ομορφιά αντικειμενική και αισθητικά άψογη, πράγμα συζητήσιμο βεβαίως, επειδή, αν αλήθευε αυτό, θα ήταν πολλοί που θα περνάγαν τις πόρτες αυτές για ψύλλου πήδημα.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

096. το πάθος που δεν υπήρξε

Η ψυχή της έμοιαζε με πορτοκαλί ποτήρι γεμάτο χυμό -ή και μισοάδειο, δεν είμαι σίγουρη, κανείς δεν μπορεί να το ισχυριστεί με βεβαιότητα- όταν τον κάλεσε να πιει, για να μάθει επιτέλους αν την καταλαβαίνει -την ίδια και την ψυχή της, εννοείται- κι εκείνος απέστρεψε το πρόσωπο και αρνήθηκε να δοκιμάσει, ούτε καν να βρέξει τα χείλη του θέλησε και τότε η Βέρα Καλτάκα πήρε τους δρόμους απορώντας για το πώς είχε συμβεί και τη στιγμή που η ίδια, παραμερίζοντας φόβους και τρόμους μιας ζωής, τόλμησε να εμπιστευθεί τόσο πολύ έναν άνθρωπο που δεν ήταν άξιος, όχι μονάχα της εμπιστοσύνης της αλλά και της προσοχής της, το δικαιολόγησε όμως με μια λέξη: πάθος. Το πάθος που νόμισε πως έτρεφε για κείνην ήταν ο οδηγός στη παράλογη συμπεριφορά της, επειδή είχε διδαχτεί να αφοσιωθεί σε κείνον που θα την αγαπήσει σφόδρα και να του παραδοθεί δια βίου. Το ευτύχημα είναι ότι η Βέρα Καλτάκα, πριν αποφασίσει την αφοσίωση, σκέφτηκε να κάνει ένα μικρό τεστ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 12, 2010

094. το φάντασμα του Κολοράντο

Οταν η Βέρα Καλτάκα επισκέφτηκε τη κοιλάδα του Κολοράντο, συνάντησε έναν άνθρωπο μασκαρεμένο σε ινδιάνο. Φορούσε το χαρακτηριστικό κάλυμμα του κεφαλιού, εκείνο με τα φτερά, αλλά από κάτω φόραγε ένα μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το λαιμό κι ένα τριμμένο μπλουτζίν. Στα πόδια δεν φορούσε τίποτα, ήταν ξυπόλητος και αυτό την εντυπωσίασε: «Δεν καίγονται οι πατούσες σας;» τον ρώτησε, αλλά εκείνος απέστρεψε περήφανα το πρόσωπο, έκανε μεταβολή, πέρασε μέσα από ένα βράχο σαν φάντασμα και εξαφανίστηκε. Τότε ακριβώς, η Βέρα Καλτάκα κατάλαβε πως είχε την τιμή να απεύθύνει το λόγο σε κάτι τι ανύπαρκτο. Περισσότερο ανύπαρκτο ακόμα κι από τον ωραίο Μεργκαέλ, που απλώς δεν της έδινε σημασία όταν του μιλούσε.

Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009

091. στα πλακάκια

Του αρέσει να τη παίρνει στα πλακάκια. Εκείνη δεν λέει όχι, γιατί εκείνος είναι ο Αρχηγός. Η Βέρα Καλτάκα δεν διανοήθηκε ποτέ να του αρνηθεί τίποτα. Μια ζωή σεξ στα όρθια και στα πλακάκια. Με νερό από πάνω να τρέχει ή και στα στεγνά. Σε λουτρά πολυτελών ξενοδοχείων, σε υπόγεια ουρητήρια, οπουδήποτε, αρκεί να υπάρχουν πλακάκια. Μονόχρωμα, κατά προτίμηση. Τα χρωματιστά δεν τα μπορεί ο Αρχηγός. Δεν αγαπά τα χρώματα ούτε τα σχέδια. Τα γκρίζα ειναι η αδυναμία του, ίσως και τα ανοιχτογάλαζα κάπως. Χτες το βράδυ όμως, εκείνη το ξανασκέφτηκε και, όταν της τηλεφώνησε να βρεθούν στη πλατεία για να τη γαμήσει υπογείως, στα δημόσια ουρητήρια, η Βέρα Καλτάκα είπε το πρώτο της όχι. Σήμερα το πρωί βρέθηκε νεκρή. Με σπασμένο κρανίο. Από ένα γκρίζο πλακάκι. Αναζητείται ο δράστης και τα τηλέφωνα του Αρχηγού έχουν πάρει φωτιά.

Σάββατο, Ιουλίου 05, 2008

064. το ανοιχτήρι της μπίρας

Η Βέρα Καλτάκα ξεκόλλησε το ανοιχτήρι από τον πίνακα που της είχε χαρίσει ο Ζωγράφος και, πάνω που ετοιμαζόταν να ανοίξει μια μπιρίτσα, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας, έτσι άνοιξε την πόρτα αντί για τη μπίρα και βρέθηκε μπροστά στη φίλη της τη Λία και σε ένα κρεμανταλά με ξελιγωμένο βλέμμα. Δεν ήθελε άλλες γνωριμίες στη ζωή της και τους πέταξε και τους δυο έξω με εύσχημο τρόπο, δήθεν πως έπρεπε να αναχωρήσει σε λίγο για ταξίδι. Οι νέες γνωριμίες την κούραζαν, όχι επειδή είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, αλλά επειδή δεν ήθελε πια να μιλά. Εμενε σιωπηλή μέρες ολόκληρες, χωρίς να λέει λέξη. Ακόμα κι ο αναστεναγμός της ήταν πλέον βουβός: έβγαινε από τα σφιγμένα χείλη της σαν θολό μουγκρητό.
Ο Ζωγράφος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο μαζί με τον Ποιητή, έτσι βρήκε ευκαιρία το Ψάρι να πετάξει όλα τα χρώματα της φαντασίας τους στο βυθό, θέλοντας να εκδικηθεί τα χρωματιστά όνειρά τους.
Ολα αυτά συνέβησαν αληθινά, εκτός από το θέμα της μπίρας. Η Βέρα Καλτάκα ανέκαθεν τη σιχαινόταν και δεν την έβαζε στο στόμα της, άρα δεν ξεκόλλησε ποτέ το ανοιχτήρι από τον πίνακα.

Σάββατο, Μαΐου 24, 2008

062. Το χαρτάκι

Η Βέρα Καλτάκα ξύπνησε με μια αίσθηση ανακούφισης, σημάδι πως είχε δει ένα ωραίο όνειρο, το οποίο όμως δυστυχώς δεν θυμόταν. Προσπάθησε να θυμηθεί τι ήταν αυτό, ποια σημεία του ονείρου της είχαν φέρει την αίσθηση ευεξίας δηλαδή, αλλά και πάλι, τα σημεία αυτά δεν της φάνηκαν επαρκή. Πρώτα πρώτα, θυμήθηκε ότι βρισκόταν με τον αγαπημένο της Μεργκαέλ κάπου, σαν σε βραδινή έξοδο, αλλά μαζί τους βρισκόντουσαν κι άλλες τρεις γυναίκες και θυμάτα καλά ότι την ώρα του αποχαιρετισμού του είπε -μισογελαστά, μισοθυμωμένα, μισοκάνοντας πλάκα- «Ωραία περάσαμε καλέ μου, αλλά εσείς θα πρέπει να περάσατε υπέροχα με το προσωπικό σας χαρέμι. Τεσσερις γυναίκες ίσον χαρέμι, έτσι δεν είναι;» κι εκεινος ψιλογέλασε, αλλά πριν την αποχαιρετίσει τελευταία της έτεινε ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτάκι. Το χαρτάκι ήταν κιτρινισμένο από την πολυκαιρία -γύρευε πόσα χρόνια λούφαζε στην τσέπη του- και, όπως το έπιασε στα δάχτυλά της, ένοιωσε κάτι τριψουλίδια σαν μούχλα και σαν σκόνη και σκέφτηκε, πριν διαβάσει τι γράφει, «τι καλά που φάγαμε πρώτα, πόσο βρώμισαν τα χέρια μου με αυτό το παλιόχαρτο, πρέπει γρήγορα να βρω κάπου να πλυθώ». Σουρούπωνε κιόλας, αλλά μπόρεσε να διαβάσει τι ήταν γραμμένο στο χαρτάκι, πράγμα που έσπασε το μυαλό της να θυμηθεί και ξυπνητή, το ένοιωθε καλά ότι οι τέσσερις γραμμένες με μολύβι λέξεις αποτελούσαν ένα “κλειδί” για να καταλάβει -τι άραγε να καταλάβει;- αλλά δεν θυμόταν τίποτε άλλο εκτός από την υφή του χαρτιού. Προχωρώντας προς το λουτρό για να κάνει την πρωινή της τουαλέττα, σκέφτηκε τέσσερις λεξούλες που θα της άρεσε να ήταν γραμμένες στο χαρτί του ονείρου της και αυτές ήταν “ούτε ένοχος ούτε θύμα”, μια κωδικοποίηση της ζωής της ως τα σήμερα, αυτό ακριβώς για το οποίο πάλευε μια ζωή, και της έκανε εντύπωση πώς ήταν δυνατόν να είχε και ο ωραίος Μεργκαέλ την ίδια με κείνην στάση πάλης. Μπα, κάτι άλλο θα έγραφε στο χαρτάκι του, σε επόμενο όνειρο να θυμηθεί να τον ρωτήσει.

Η συνέχεια του ονείρου διαδραματίστηκε στο άγαλμα του Βύρωνα και ήταν νύχτα. Βρέθηκε πάλι μαζί με τον άντρα των ονείρων της, τον ωραίο Μεργκαέλ Ωγκαίο, αλλά δεν ήταν ψηλός και λεπτός αυτή τη φορά. Είχε κοντύνει και βρισκόταν στο ύψος της. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν και ορίσουν το επόμενο ραντεβού -στο όνειρο πάντα- εκείνη την ώρα ακριβώς, της ήρθε επιθυμία να κατουρήσει και, μια και η κίνηση στη λεωφόρο Αμαλίας ήταν μηδαμινή, αποφάσισε να τα κατεβάσει και να ουρήσει δίπλα στο άγαλμα όπου η Δόξα στεφανώνει το Βύρωνα. Τα ούρα ξεχύθηκαν ποτάμι, δεν ήταν δυνατό να κρυφτεί η πράξη που τόσο την ανακούφισε. Ο Μεργκαέλ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να εξαφανίσει τα κατρουλιά, πήρε μια μεγάλη λεκάνη, τη γέμιζε νερό από ένα μεγάλο σωλήνα σαν εκείνον που βλέπουμε σε παλιές ταινίες να βρίσκεται στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, από όπου έτρεχε άφθονο νερό -στα όνειρα όλα συμβαίνουν- και το έριχνε πάνω στο κίτρινο υγρό που πλημμύριζε το πλατύ πεζοδρόμιο, αλλά τίποτα δεν γινόταν.

Η Βέρα Καλτάκα ένοιωσε ότι είχε πικράνει τον αγαπημένο της, ότι εκείνος ντρεπόταν για λογαριασμό της. Τότε ακριβώς πρόσεξε το μπόι του, που είχε κοντύνει και προχώρησε στην επόμενη ονειρική φάση. Προχώρησε κυριολεκτικά, γιατί πέρασε απέναντι αφήνοντας τον ωραίο Μεργκαέλ να μάχεται τα κατρουλιά και είδε παρκαρισμένη μια ωραία σεβρολέτ του 1955, χρώματος γκρι σουρί -σα να λέμε “ποντικί”. Το μοντέλο αυτό μάγευε ανέκαθεν τη Βέρα Καλτάκα, αντίθετα το μοντέλο του 1959 με εκείνα τα φτερά πεταλούδας στα οπίσθιά του την εξόργιζε. Σκεφτόταν ποιος νοσηρός εγκέφαλος είχε συλλάβει και κάνει πράξη το αποτέλεσμα της φαντασίας του, όταν εκείνη τη στιγμή ακριβώς πέρασε δίπλα της μια σεβρολέτ του 1959, κόκκινη, αλλά με τα φτερά του καπώ της συμμαζεμένα, δεμένα με γυαλιστερά χρώμια στο υπόλοιπο αμαξωμα, σαν ευνουχισμένη. Θύμιζε μοντελάκι τύπου φίατ, μια σεβρολέτ αποδυναμωμένη εντελώς, και τη λυπήθηκε.

Στο νου της ήρθε πάλι το χαρτάκι και η αίσθηση της πολυκαιρίας κόλλαγε νοερά στα δάχτυλά της, η αίσθηση σκόνης ανακατεμένης με ένα σωρό μικρόβια. «Ουτε ένοχος ούτε θύμα», αυτό θα πρέπει να έγραφε το χαρτάκι, αυτό της ταίριαζε και τέλος. Κι αν δεν το έγραφε, αν οι λεξεις αυτές ήταν κατασκεύασμα αποκλειστικά δικό της, δεν είχε καμιά σημασία. Στο κάτω κάτω, ο Μεργκαέλ δεν ήταν μάγος να μαντέψει τι θα ήθελε εκείνη να γράφει το χαρτάκι του, το φυλαγμένο τόσα χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι το χαρτάκι είχε γραφτεί πολύ πριν τη γνωριμία τους.

Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

057. Καθαρη Δευτερα (λατρα, λαντζα και φιλίες)

Αυτη την Καθαρη Δευτερα, η Βερα Καλτακα ξυπνησε ορεξατη, με προθεση να βαλει ταξη στο σπιτι της, να το καθαρισει επιτελους. Στις γωνιες ειχαν μαζευτει ενα σωρο μπαμπακουλια σκονης, μπαλες απο τριχες, οι αραχνες κρεμοντουσαν σαν κουρτινες ξεσκισμενες απο τα ταβανια των δωματιων. Εκεινη τη μερα ειχαν διαλεξει μερικες φιλες να την επισκεφτουν και η Βερα δεν αρνηθηκε, μαλιστα σκεφτηκε ιδιοτελως να τους ζητησει να τη βοηθησουν στο καθαρισμα επειδη, ταχα μου δηθεν, ειχε μια σοβαρη συζητηση με τον εκδοτη της. Πραγματι, ειχε μια συζητηση, αλλα δεν ηταν και τοσο σοβαρη, ουτε ηταν εκδοτης ο συνομιλητης: ενας ταλαιπωρος σαν κι αυτην ηταν, ενας ποιητης με το "π" πεζο. Οι φιλες ηρθαν και ανελαβαν δραση. Η Κικη Μιραμπιτα ανελαβε να στρωσει τα κρεββατια και τα εστρωσε τελεια, χρησιμοποιωντας τα καινουργια κλινοσκεπασματα -λαμπερα σεντονια σατεν και παχουλες κουβερτες, δωρα που ειχε στειλει η κορη της Βερας απο τα ξενα. Η Κικη παρελειψε βεβαιως να καθαρισει προηγουμενως το δωματιο και οι σβωλοι σκονης αναπαυοντουσαν πανω στα επιπλα, στους τοιχους και στο πατωμα, μαζι με τριχομπαλες και ιστους αραχνης. Η Νιτσα Μεταλλιδου και η Βασω Χριστοδουλου ανελαβαν τα δυο λουτρα, τα οποια ηταν οι μονοι καθαροι χωροι, που δεν χρειαζοντουσαν καμμια παρεμβαση μια και ηταν προσφατως ανακαινισμενοι με νεα ειδη υγιεινης και διακοσμημενοι με οπαλιο συνδυασμενο με μικρουτσικα κεραμεικα πλακιδια -ολα του απολυτου γουστου της Βερας. Οι δυο φιλες, τα καταφεραν να φερουν την πληρη καταστροφη στα λουτρα. Κατεστρεψαν τα υδραυλικα σπαζοντας σωληνες και ειδη υγιεινης, ξεκολλησαν μαλιστα τις λεκανες του καμπινε απο τη θεση τους, σπαζοντας πλακακια, καζανακια, νιπτηρες. Κατοπιν, ειπαν στη Βερα οτι εχουν ενα φιλο υδραυλικο και μπορουν να της τον συστησουν να διορθωσει τις ζημιες, οποτε η Βερα αποφασισε να μη ξανακανει φιλιες με ιδιοτελεις ανθρωπους, λησμονωντας ηθελημενα την προθεση η οποια την οδηγησε στην θετικη υποδοχη των φιλεναδων της. Αλλωστε, τα καταφερνε αρκετα καλα με τα υδραυλικα ωστε να διορθωσει τις επειγουσε ζημιες, οπως π.χ. να σταματησει τη διαρροη των σωληνωσεων. Γνωριζε επισης αρκετους υδραυλικους για να επισκευασουν τις σημαντικες φθορες και να επαναφερουν τα λουτρα της στην προηγουμενη κατασταση.

Η συζητηση παντως με τον ποιητη δεν πηγε εντελως στραφι. Κλειστηκε μια συνεργασια -ο ποιητης εκανε και μικροεκδοσεις- και η Βερα Καλτακα πηγε την επομενη μερα στο εργαστηριο του τα μικρα της κειμενα και την εικονογραφηση να τα εκδοσει, με ανταλλαγμα την πρωινη παρουσια της στο μικρο του μαγαζακι. Ενθουσιασμενη μετα την αποδοχη των κειμενων της απο τον ποιητη κατηφοριζε χορευοντας την οδο Αριστοδημου και, εκει ακριβως που διασταυρωνεται με την Δεινοκρατους, εριξε ενα τρελο πηδο -τιναχτηκε ψηλα σαν να ηταν κοριτσακι. Κατεβαινοντας προς το εδαφος σαν ελικοπτερο που προσγειωνεται, βρεθηκε μπροστα σε κατι που την εμποδιζε να συνεχισει τη χαρουμενη πορεια της: ενα λιονταρι αληθινο, ορθωμενο, της εφραζε το δρομο ακουμπωντας το κεφαλι του στο στηθος της και αρπαξε το δεξι της χερι με τα δοντια του! Το κρατουσε και επαιζε με αυτο, χωρις να το κοβει, απλως το δαγκωνε ελαφρα θελοντας να την τρομοκρατησει. Η Βερα δεν το τραβουσε το χερι της απο το στομα του λιονταριου, φοβουμενη μη γρατσουνιστει και, παραλληλα, φωναζε στο αφεντικο του να το μαζεψει, πραγμα που εγινε σχετικα συντομα. Τοτε, η Βερα ετρεξε δρομαιως να απομακρυνθει απο το σημειο της διασταυρωσης με το λιονταρι, ακολουθωντας την οδο Δεινοκρατους αυτη τη φορα, οχι τοσο επειδη φοβηθηκε πραγματικα αλλα για να δωσει αυτη την εντυπωση κυριως στον αφεντη του λιονταριου. Η συμπεριφορα της Βερας παραμενει ανεξηγητη, εκτος αν σε αυτην ειχε συμβαλλει το γεγονος οτι βιαζοταν να φτασει εγκαιρως στο επισημο γευμα το οποιο παρεθετε προς χαρη της η νονα της. Ειχε και παγωτο σοκολατα και δεν επρεπε να το χασει. Η Βερα πηγε πραγματι στο γευμα, αλλα το παγωτο σερβιριζοταν λιωμενο, σε ποτηρια, δεδομενης της απεργιας της ΔΕΗ, κατι που της ειχε διαφυγει εντελως -εχει αναφερθει ηδη οτι η Βερα Καλτακα ειναι μια γυναικα πυροβολημενη.

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

037. το Κέντρο Λήψης Αποφάσεων



Με τα χέρια απλωμένα ανοιχτά, ακουμπησμένα δεξιά και αριστερά πάνω στο νιπτήρα σε μια στάση χαλαρή, μισοσκυφτή, γυμνή όπως τη γέννησε η μάνα της, πυροβολήθηκε η Βερα Καλτάκα στο κεφάλι. Τη στιγμή του πυροβολισμού, θα ορκιζόταν ότι κάποια τρυφερά χέρια μάλαζαν γλυκά και σταθερά τις ταλαιπωρημένες της ωμοπλάτες, σαν για να τις ελαφρύνουν από τα βάρη, και, όταν η σφαίρα καρφώθηκε στον εγκέφαλό της, μια εικόνα και μια σκέψη καρφώθηκαν μαζί με αυτή στο ίδιο σημείο: στο Κέντρο Λήψης Αποφάσεων. Οχι, δεν θα τη χρησιμοποιούσε ποτέ και κανένας ζωγράφος ως μοντέλο για τη θλίψη, όχι. Θα πέθαινε κουβαλώντας χαρούμενη στις πλάτες το φορτίο της από άγρια θηρία της ζούγκλας -ελέφαντες κυρίως. Η σφαίρα δεν τη σκότωσε. Ο εγκεφαλικός ιστός δημιούργησε γύρω της ένα ισχυρό περίβλημα, δυναμώνοντας το Κέντρο Λήψης Αποφάσεων, κι έτσι η Βερα Καλτάκα εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας. Πυροβολημένη.

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2007

036. η πορεία της σφαίρας


Ακολουθώντας την πορεία της σφαίρας που διαπέρασε το μυαλό του, ο σεβαστός Μεργκέλ Ωγκαίο βρέθηκε στη χώρα των πυροβολημένων, όπου όλα έχουν το απαλό χρώμα της μούχλας -ένα λιωμένο υποπράσινο μουντό. Οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας αυτής είναι γυναίκες με πυροβολημένα μυαλά, για τούτο προσέχουν ιδιαιτέρως την κόμμωσή τους, να καλύπτει καλά την τρύπα.
Ανέκαθεν τον γοήτευαν οι πυροβολημένες γυναίκες, έτσι, ο σεβαστός Μεργκαέλ Ωγκαίο είχε την αίσθηση πως βρέθηκε στον Παράδεισο. Οταν μάλιστα αντίκρυσε την ωραία Βέρα Καλτάκα και πρόσεξε την απουσία των χεριών της, ορκίστηκε μέσα του ότι θα έκανε το παν για να την κατακτήσει. Θα ήθελε πολύ να εύρισκε το θάρρος να της απευθύνει το λόγο, η σφαίρα όμως είχε παρασύρει στην πορεία της το τμήμα του εγκεφάλου του, το επιφορτισμένο με την παραγωγή θάρρους, αρκέστηκε λοιπόν να παρατηρεί την ωραία του με λατρεία.
___________________
ΣΗΜ. η εικόνα είναι του Ray Caesar και αν πατησεις στο όνομά του θα βρεις πολλές δημιουργίες του και μετά πάτα και στο βιογραφικο του
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...