Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφεας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφεας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 08, 2014

138. αυτός που αγαπούσε πολύ τη γλώσσα του

Μια φορά, ήταν ένας που πρόσεχε πολύ τη γλώσσα του. Την αγαπούσε πολύ και για τούτο την προστάτευε ως κόρην οφθαλμού, που λένε. Σιγά σιγά, όλο και λιγότερο μιλούσε, όλο και λιγόστευαν οι φίλοι γύρω του, όλο και πιο παράξενος γινόταν. Ενοιωθε ότι η γλώσσα του κινδύνευε και ότι η καθημερινή της χρήση ήταν ήδη μια μεγάλη αποκοτιά.

Μια μέρα, αποφάσισε να πάψει να την εκθέτει εντελώς και σταμάτησε να μιλά. Ετσι, άρχισε να τρέφεται με σωληνάκια από τη μύτη, ώστε να μην ανοίγει καν το στόμα του. Εφερνε που και που τη γλώσσα του ίσαμε τα χείλη, αλλά γρήγορα την έχωνε ξανά μέσα στη στοματική κοιλότητα φοβούμενος μια απότομη κίνηση που θα μπορούσε να της αποκόψει κάποιο μικρό κομμάτι.

Χαιρόταν πάντως που την ένοιωθε ζωντανή, να κλωθογυρνά ανάμεσα στις μασέλες του, ώσπου του πέσαν' όλα τα δόντια. Δεν στενοχωρέθηκε καθόλου, καθώς δεν τα χρησιμοποιούσε ούτε για να τραφεί αλλά ούτε και για να χαμογελάσει. Ο νους του και όλες του οι δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη διαφύλαξη της γλώσσας.

Οταν το στόμα του γέμισε μούχλα, όταν σάπισαν εσωτερικά τα μάγουλα και ο ουρανίσκος, όταν η γλώσσα έμεινε αγκυλωμένη από την ακινησία σαν υπέρβαρη δυσκίνητη χελώνα, αυτή η γλώσσα που έμοιαζε στα νιάτα της με χέλι ευέλικτο και σαύρα χορευταρού, τότε κατάλαβε πολλά ο άνθρωπος αυτός για την αγάπη της γλώσσας.

Ηταν όμως αργά όταν αποφάσισε να τη βγάλει ξανά στη γύρα, να δείξει τα κάλλη της σε φίλους και αγνώστους, να θαμπώσει με την ομορφιά της τον κόσμον όλο. Ηταν αργά γιατί η γλώσσα που υπεραγαπούσε και προστάτευε τόσα χρόνια με πόνο ψυχής, η γλώσσα για χάρη της οποίας είχε αποστερηθεί φίλους και απολαύσεις, η γλώσσα αυτή δεν μιλιόταν πια από κανένα. Κανείς δεν την καταλάβαινε πια αυτή τη γέρικη γλώσσα που μύριζε μούχλα και σαπίλα.

Αυτός που αγαπούσε τόσο πολύ τη γλώσσα του, δεν κατάλαβε ότι η γλώσσα είναι κάτι τι ζωντανό, κάτι που ομορφαίνει και πλουτίζει όσο χορεύει και τριγυρνά στον κόσμο. Δεν κατάλαβε ότι μια γλώσσα φυλακισμένη δεν αργεί να πεθάνει, να νεκρωθεί.

Γυρνά ακόμα ανάμεσά μας ο άνθρωπος αυτός, τον βλέπουμε εδώ κι εκεί να προσπαθεί να αρθρώσει κάποιες λέξεις στριφογυρίζοντας την άχαρη δυσκίνητη γλώσσα του ανάμεσα σε άδειες μασέλες, φτύνοντας σάλια δεξιά ζερβά. Κανείς δεν τον καταλαβαίνει και όλοι τον αποφεύγουν. Είναι εκείνος που σκότωσε από αγάπη.
___________________________
ΣΗΜ. Αντίθετα από αυτό που συμβαίνει στις υπόλοιπες αναρτήσεις, πρώτα βρήκα το κείμενο που είχα γράψει εδω στις 20 Ιουνίου 2007 και μόλις σήμερα έψαξα και βρήκα την εικόνα που το συνοδεύει και το ξαναανέβασα, επειδή νομίζω πως ταιριάζει καλύτερα εδώ μέσα.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010

112. Χρονικό μιας ανοησίας


Μια μέρα, ο συγγραφέας συνάντησε τυχαία ένα παλιό συμμαθητή του. Καθήσανε στη σκιά της μαρκίζας, έξω από το σαλούν, άναψαν τις πίπες τους, και ο συμμαθητής άρχισε να μιλά σαν από μέσα του:
«Θα το πιώ κι αυτό το ποτήρι, σκέφτηκα τότε και προσπάθησα να τη γυρίσω μπρούμυτα, τουλάχιστο να μη βλέπω τη μούρη της. Εκείνη αντιστάθηκε σθεναρά, κι έτσι έμπηξα το υπέροχο, γλυκό και απαλό κεντρί μου σε μια πέτρινη σχισμάδα. Ξαλάφρωσα. Επειδή ένοιωσα σα να την κατούρησα.
Ταγάρι μου είχε γίνει, αδερφέ μου. Οχι, δεν μου φορτωνόταν και πολύ με ραβασάκια και χαζομάρες, αλλά είχε κυριαρχήσει στη σκέψη μου, με διέλυε η εικόνα της, έτσι ισχυρή και κοροϊδευτική, όπως παρουσιαζόταν μέρα νύχτα στο μυαλό μου. Δεν το αρνούμαι, εγώ την έπλασα αυτή την εικόνα και προσπάθησα να της επιβληθώ με τον τρόπο μου. Την ήθελα χαζή. Δεν αντέχω να μου τη βγαίνουν οι γυναίκες. Κι αυτή, με τη χαλαρή συμπεριφορά της, όλο κι έβγαινε απο πάνω. Ετσι τό 'παιρνα. Οτι ήθελε να μου κάτσει στο σβέρκο. Κι έδωσα ένα τέλος. Οχι την αρχή που θα ήθελε εκείνη, αλλά το τέλος που ήθελα εγώ. Νίκησα; Αμφίβολο, τώρα που το ξανασκέφτομαι ήρεμος. Ηρεμος; Μια κουβέντα είναι. Ντρέπομαι τον εαυτό μου. Περισσότερο επειδή εκείνη δεν άλλαξε στάση απέναντί μου. Με κοιτάζει σαν και πρώτα και δε μπορώ να διακρίνω στο βλέμμα της την απογοήτευση που περίμενα να γεννηθεί εκεί μέσα, στα μαύρα της μάτια. Την ήθελα πληγωμένη ελαφίνα και είναι μια ατάραχη φάλαινα. Γυναίκες... Ακατανόητες ως συνήθως. Εσύ καταλαβαίνεις τίποτα απο δαύτες;»
Ο συγγραφέας σηκώθηκε και, χωρίς να απαντήσει στο μόλις διατυπωμένο ερώτημα, έκανε σήμα αποχαιρετισμού στον παλιό συμμαθητή του και απομακρύνθηκε ήρεμα. Μέσα απο τα δόντια του, ο παλιός συμμαθητής μουρμούρισε «ούτε κι εσύ με κατάλαβες φίλε...» αλλά ο συγγραφέας βρισκόταν πλέον αρκετά μακριά για να τον ακούσει. Είχε χάσει μεν τον παλιό του γνώριμο, τον είχε σιχαθεί μάλλον, αλλά είχε κερδίσει μια ιστορία. Κάπως έτσι βρίσκουν οι συγγραφείς τις ιστορίες τους, ή έρχονται οι ιστορίες και τους βρίσκουν...

Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

076. ο συγγραφέας και το ύφος του

Μια φορά, ήταν ένας που έγραφε. Εγραφε ασταμάτητα κι όταν τον ρωτούσαν γιατί γράφει, απαντούσε "για να βρω το ύφος μου" και συνέχιζε να γράφει. Δεν υπήρχε αντικείμενο γραφής, δεν υπήρχαν ερεθίσματα και ιδέες, δεν υπήρχε αιτία που δημιουργούσε την ανάγκη για γράψιμο, παρεκτός από το γράψιμο το ίδιο που ήταν αυτοσκοπός, να γράφει για να γράφει δηλαδή και να βλέπει τα γραμμένα τυπωμένα. Μια μέρα, εκεί που διάβαζε τα γραπτά του, βρήκε το ύφος του και σταμάτησε να γράφει. Για την ακρίβεια, κάποιοι άλλοι του είπαν ότι επιτέλους βρήκε το ύφος του και ότι αυτό το ύφος είναι ταιριαστό με το παράστημα και την κορμοστασιά του και αν το εγκατέλειπε θα ήταν κουτός και αχάριστος στους κόπους μιας ζωής ολόκληρης που του είχε επιτρέψει να το ψάχνει και να το καλλιεργεί. Αυτοί οι άλλοι ήταν οι φίλοι, το κοινό του, εκείνοι για τους οποίους έγραφε ασταμάτητα τόσα χρόνια, εκείνοι που διάβαζαν μετά μανίας τα γραπτά του, εκείνοι που θαύμαζαν την αντοχή του στο γράψιμο, στην αποκάλυψη της μοναδικότητας του γραψίματός του έκαναν σπονδή βαρέλια ολόκληρα ποτών και ηδυπότων, νύχτες ατέλειωτες που δεν τις έβλεπε η μέρα κι έτσι δεν γελούσε. Ηταν πολύ σημαντικό που έπαψε να γράφει, ίσως σημαντικότερο από τις χιλιάδες σελίδες των γραπτών του με τους μοναδικούς του αναγνώστες. Μετά, είδε μια γιαγιάκα να γράφει σε φορητό υπολογιστή καθισμένη σε ένα παγκάκι κι έπαθε καρδιακό επεισόδιο και τρόμαξε να τον συνεφέρει ο γιατρός. Δεν ήταν τόσο τα φάρμακα που τον ξανάφεραν στα ίσια του, αλλά η μικρή φράση «και τι έγινε;» Ξανάπιασε λοιπόν τα σύνεργά του και συνέχισε το γράψιμο ελεύθερος, χωρίς το άγχος του ύφους που έπαιζε κρυφτό, αδιάφορος αν θα το βρει ή όχι, αδιάφορος για τις διάφορες γνώμες, αδιάφορος για τα συγχαρητήρια, αδιάφορος για τα χεστήρια, αδιάφορος για όλα σχεδόν. Το μόνο που τον ενδιέφερε πλέον ήταν μόνο το γράψιμο. Εγινε ένας που έγραφε για κάθε λόγο και αιτία, ακόμα και για το γράψιμο το ίδιο, να γράφει για να γράφει δηλαδή, κι όταν κάποιος τόλμαγε να του μιλήσει για ύφος και τα τοιαύτα, τον έγραφε κι αυτόν κανονικά ατάκα κι επιτόπου!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...