Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θανατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θανατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Απριλίου 11, 2015

142. ψάχνοντας το Σήμα

Μια φορά, ήταν ένας που έψαχνε να βρει ένα Σήμα. Μέσα στο μυαλό του έψαχνε να το βρει. Πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του ψάχνοντάς το, ψάχνοντας το Σήμα που θα τού 'δινε έμπνευση να δημιουργήσει κάτι τι μεγάλο, κάτι σπουδαίο, κάτι ανεπανάληπτο, κάτι που δεν θα είχε παρουσιαστεί στον κόσμο μέχρι τη στιγμή εκείνη, τη στιγμή της ανακάλυψης του Σήματος, δηλαδή. Και περνάγαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, κι αυτός καθόταν κι έψαχνε. Εψαχνε σε όλες τις γωνίες του τετράγωνου μυαλού του -ήταν λογικός άνθρωπος, για τούτο και το μυαλό τετράγωνο. Εψαχνε και στις καμπύλες της φαιάς ουσίας του, επειδή καλλιεργούσε και την ενσυναίσθησή του -συνειδητά.
Εψαχνε λοιπόν εκείνος, έψαχνε και ξανάψαχνε για πολλά χρόνια, κι έφτασε σε βαθειά γεράματα ψάχνοντας, μέχρι τη στιγμή που ασυναίσθητα -πέρα από λογική κι ενσυναίσθηση- τσεκάρησε τα ψώνια της ημέρας με ένα ακόμα φευγαλέο "ν", κατά τη συνήθειά του, και...
Η λύση του αινίγματος, η ανακάλυψη η μεγάλη, το πολυπόθητο Σήμα, το Σήμα το δικό του, το κατάδικό του ήταν εκεί, μπροστά του, και τον περιγελούσε. Ηταν μπροστά στα μάτια του τόσα χρόνια και δεν τό 'βλεπε! Το Σήμα αυτό, που βρισκόταν πάνω σε χαρτιά και χαρτάκια, πότε χαραγμένο γερά με χέρι σταθερό και πότε ξέθωρο με χέρι τρεμάμενο, συχνά ζωγραφισμένο ανεπαίσθητα με διάφορα χρώματα, με στυλό, με μαρκαδόρο ή με μολύβι, είχε διαλέξει εκείνην ακριβώς τη στιγμή να φανερωθεί!
Τώρα πια, δρόμοι πολλοί ανοίγονταν μπροστά του. Θα φτιάξει επιτέλους το σούπερ προϊόν του και θα βάλει πάνω του το μοναδικό του Σήμα, το δικό του Σήμα, το Σήμα που θα σημαίνει πως «ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ» ή «ΑΥΤΟ ΕΓΩ ΤΟ ΕΦΤΙΑΞΑ ΜΕ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΕΜΠΝΕΥΣΗ».
Σκέφτηκε να αρχίσει αμέσως να παράγει διάφορα αθλητικά είδη, μπλούζες, άνορακ, παπούτσια, ρακέττες για τέννις, μπάλες, σκουφιά, καπελάκια... η φαντασία του άρχισε να οργιάζει!
Τόση πολλή φαντασία και τόσο αχαλίνωτη, ενέσκηψε απότομα στο κεφάλι του, που το μυαλό του, το κοκκαλωμένο ίσαμε τώρα σε μια μοναδική σκέψη, την έρευνα για το Σήμα, δηλαδή, τά 'παιξε κανονικά και ο καημένος ο ανθρωπάκος τα κακάρωσε από βαρύ εγκεφαλικό.
Τουλάχιστον πήγε ευτυχισμένος, πριν προλάβει να διαπιστώσει ότι το Σήμα αυτό ήταν ήδη κατωχυρωμένο από πασίγνωστη εταιρεία αθλητικών ειδών εδώ και κάμποσες δεκαετίες...
_________________
ΣΗΜ. το τέλος που είχα σκεφτεί να δώσω στην ιστοριούλα είναι να τινάζει τα πέταλα ο ερευνητής του Σήματος βουτηγμένος στην απογοήτευση, μόλις θα ανακάλυπτε ότι το Σήμα αυτό υπήρχε ήδη στην αγορά και ο ίδιος δεν το είχε πάρει χαμπάρι, ετσι όπως ήταν κλεισμένος στο καβούκι του και αφοσιωμένος στο ψάξιμο... αλλά τον λυπήθηκα το φουκαρατζίκο και φρόντισα να τον αποτελειώσω μέσα σε πελάγη ευτυχίας!

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

131. ισιώνοντας το πρόσωπο



Μια φορά που η Βέρα Καλτάκα ήταν γριά ρυτιδιασμένη πριν ξαναγίνει νέα, δηλαδή μια από τις άπειρες φορές που είχε βρεθεί στο κατώφλι του θανάτου, άπλωσε το χέρι να ισιώσει τις ρυτίδες της. Ηθελε, πριν πεθάνει ακόμα μια φορά, κάτι από το πρόσωπό της να έχει ισιωθεί.

εικόνα: Old Woman, Photography by Carl Moser

Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

111. εισιτήριο άνευ επιστροφής


Οταν κατάλαβε ότι η Μάνα της επιθυμούσε μια κόρη εντελώς διαφορετική από εκείνην, η Βέρα Καλτάκα βρισκόταν στα πρόθυρα του εκατοστού εβδομηκοστού όγδοου θανάτου της. Πιθανότατα η Μάνα να μην επιθυμούσε καν κόρη, αλλά αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στην ικανότητά της να κάνει τη Βέρα να πεθαίνει τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο. Με τη δικαιολογία πως της είχε χαρίσει τη ζωή, της την έπαιρνε όποτε ήθελε και -αν και όταν ήθελε- της την ξανάδινε. Ετσι, η Βέρα ήταν μια γυναίκα άλλοτε πυροβολημένη, άλλοτε στραγγαλισμένη και άλλοτε πνιγμένη. Σπανίως η ζωή της χανόταν με ήρεμο τρόπο, η Μάνα ήταν απόλυτη σε αυτό: «Η ζωή πρέπει να παίρνεται στα ξαφνικά και με βία», έλεγε, «αλλοιώς δεν έχει μεγαλείο η πράξη του θανάτου» και η Βέρα άκουγε τη Μάνα και πέθαινε κάθε τρεις και λίγο όπως η Μάνα όριζε. Για πάρα πολλά χρόνια, ο θάνατος υπερτερούσε της ζωής για τη Βέρα και αυτό σχεδόν την ευχαριστούσε, μια και απώτερος στόχος της ήταν να νοιώθει τη Μάνα ευτυχισμένη. Η Μάνα όμως, ποτέ δεν ευχαριστιόταν ως Μάνα, ούτε ο θάνατος της κόρης τη συγκινούσε, ούτε η ζωή της, κυρίως με τη ζωή της Βέρας ήταν πάντα δυσαρεστημένη. Ο,τι και να έκανε η κόρη, ήταν κακά καμωμένο, κυρίως αν ήταν καμωμένο με πρόθεση την ευχαρίστηση της Μάνας. Αργησε πολύ η Βέρα Καλτάκα να καταλάβει ότι ήταν απολύτως αδύνατο να ευχαριστήσει τη Μάνα με τη ζωή της -πολύ περισσότερο ούτε με τον επαναλαμβανόμενο θάνατό της. Οταν το κατάλαβε όμως, αποφάσισε να μη ξαναπεθάνει για το χατήρι κανενός, τράβηξε κλήρο για τη χώρα όπου η μοίρα την καλούσε, έβγαλε εισιτήριο άνευ επιστροφής και πέταξε για την έρημο. Μάλιστα. Προσευχήσου άνθρωπε, προσευχήσου να μη τύχει ο ίδιος κλήρος και στη Μάνα, γιατί τότε αλί και τρισαλί στην καημένη τη Βέρα, προσευχήσου, να μην αρέσει η έρημος καθόλου στη Μάνα και αν της τύχει αυτός ο κλήρος να τον ακυρώσει. Αμήν.
____________________________
η εικόνα απο εδώ

Σάββατο, Ιανουαρίου 30, 2010

097. οι αλλεπάλληλοι θάνατοι της Βέρας Καλτάκα

Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα που πεθαίνει συχνά ή μάλλον είναι μια γυναίκα που, όπως πολλές γυναίκες του είδους της, δεν διστάζει να περνά τις πύλες του θανάτου, γιατί ο θάνατος δεν είναι μια μοναχική πύλη για κείνην. Ο θάνατος έχει πολλές πόρτες και η Βέρα Καλτάκα μπορεί να περνά και δυο και τρεις πόρτες τη μέρα, αν της κάνει κέφι. Βρίσκει όμορφες αυτές τις πόρτες, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρη πού οφείλεται η ομορφιά τους. Μπορεί να είναι όμορφες μονάχα γι αυτήν, επειδή τις έχει συνηθίσει, αλλά μπορεί να έχουν μιαν ομορφιά αντικειμενική και αισθητικά άψογη, πράγμα συζητήσιμο βεβαίως, επειδή, αν αλήθευε αυτό, θα ήταν πολλοί που θα περνάγαν τις πόρτες αυτές για ψύλλου πήδημα.

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

031. θάνατος διαρκείας



Τι άλλο είναι η ζωή από 'να θάνατο διαρκείας; Κάθε μέρα πεθαίνεις κι από λίγο, απ' τη στιγμή της γέννησής σου πεθαίνεις, κι όσο μεγαλώνεις και αντριεύεις, συνηθίζεις να πεθαίνεις. Τα μαύρα φτερά τα βλέπεις, αλλά τα αγνοείς. Λες «μπα, εμένα δεν θα με πάρει» και κοιμάσαι τα βράδια ήσυχος, ώσπου να 'ρθεί το πρωϊνό που δεν θα ξαναντικρύσεις το φως του ήλιου. Από τότε, θα συνεχίζεις να κοιμάσαι προστατευμένος, τυλιγμένος σφιχτά με τις μαύρες φτερούγες. Φτερούγες ζεστές κι απαλές σαν μετάξι, κι όσα λέγονται για το θάνατο, πως είναι κρύος δηλαδή, είναι ψέμμα. Ο θάνατος είναι γλυκός και ζεστός όταν είναι καλοδεχούμενος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...