Μια μέρα, ο ωραίος Μεργκαέλ Ωγκαίο ξύπνησε με ένα παράξενο συναίσθημα. Ενοιωθε μια βαθειά βαριεστημάρα, δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όλα τον πίεζαν αφόρητα, ιδίως τα απανωτά τηλεφωνήματα που ζητούσαν τη γνώμη του, τη συμπαράστασή του, τις ευλογίες του. Ακόμα και τα τηλεφωνήματα φίλων, που τον προσκαλούσαν για ένα απεριτίφ, τα έβρισκε ανόητα και άνευ σημασίας. Τί θα μπορούσε πια να συζητήσει μαζί τους; Υπήρχε κάτι που δεν το είχαν αναλύσει διεξοδικά στα τόσα πολλά χρόνια της φιλίας τους; Ετσι, βαδίζοντας προς το λουτρό του λιτού διαμερίσματός του, σκέφτηκε στα σοβαρά να μπεί στο περιθώριο. Ελα όμως που δεν είχε σαφή ιδέα τί σημαίνει περιθώριο! Το φανταζόταν στενό, όπως ακριβώς τα περιθώρια των τετραδίων. Τα τετράδια έχουν δυο περιθώρια, ένα δεξί κι ένα αριστερό. Ποιο έπρεπε να διαλέξει; Μήπως να διάλεγε καλύτερα το περιθώριο ενός κάδρου; Ισως πράγματι να ήταν αυτό το ενδεδειγμένο περιθώριο για την ιδιοσυγκρασία του, ώστε, αν το μετάνοιωνε κάποια στιγμή, να μπορούσε να μεταπηδήσει σύντομα και με άνεση στο κέντρο του κάδρου, να βρεθεί ατάκα κιεπιτόπου ξανά στο επίκεντρο της προσοχής. Μάλιστα. Αυτό ακριβώς έπραξε εκείνο το πρωί, αφού ξυρίστηκε επιμελώς -για τελευταία φορά, πριν περιθωριοποιήσει τον εαυτό του. Μετά την πάροδο μερικών ημερών και αφού τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά, διαπίστωσε με μεγάλη απογοήτευση ότι εξακολουθούσαν να είναι αναγνωρίσιμα το πρόσωπο και το σουλούπι του. Κανείς δεν τον είχε ξεχάσει, ίσα ίσα μάλιστα, μερικοί τον επαινούσαν και θαύμαζαν το νέο του στιλ. «Γαμώτο» έβρισε από μέσα του, σιχτιρίζοντας ταυτόχρονα την έλλειψη άνεσης στα βρισίδια, «τί πρέπει να κάνω ακόμα;» αισθανόμενος την πίεση του περιβάλλοντος να μεγαλώνει, παρόλο που πλέον η πίεση είχε αλλάξει κατεύθυνση και αντί να έρχεται από τα άκρα προς το κέντρο, όπου ήταν η παλιά του θέση, ερχόταν από το κέντρο προς τα άκρα. Αποφάσισε λοιπόν να φορέσει μάσκα, αλλά και μετά από αυτή την κίνηση αντιπερισπασμού η αναγνωρισιμότητα τον κυνηγούσε κατά πόδας. Τον πρόδιδε το κομψό και νευρώδες κορμί του, το αγέρωχο στήσιμο ήταν ακόμα πιο προδοτικό. Τι άλλο να κάνει απο το να προσπαθήσει να αλλάξει αυτά τα γνωρίσματα, από το να παχύνει δηλαδή; Μάλιστα. Καλή ιδέα. Αρχισε να τρώει σαν μανιακός. Κυρίως παγωτά, γλυκά γενικώς, που παχαίνουν γρήγορα. Η ικανοποίηση που έλαβε τρώγοντας όσα είχε στερηθεί μια ζωή, προσπαθώντας να διατηρεί ανέπαφη τη γραμμή της σιλουέττας του, ήταν τεράστια. Τόσο μεγάλη ευτυχία είχε να νοιώσει από τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με τη μεγάλη του αγάπη, τη Βέρα Καλτάκα. Μάλιστα. Οι μπαταρίες του γέμισαν στο φουλ, τόσο που δεν έβλεπε την ώρα να ξαναβρεθεί στο κέντρο του κάδρου της ζωής, το περιθώριο τον στένευε αφόρητα. Δοκίμασε μια, δυο, τρεις, έσπρωξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ήταν αδύνατο να ξαναμπεί στο κάδρο. Εριξε μια ματιά αφ' υψηλού -όπως συνήθιζε να κάνει παλιά, όταν όλοι τον κυνηγούσαν εκλιπαρώντας την προσοχή του- και είδε ότι το κάδρο ήταν πλήρες, δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα, που λένε. Γεμάτο από κομψούς, αγέρωχους, νευρώδεις ανθρώπους, περιτριγυρισμένους από θαυμαστές που εκλιπαρούσαν για συμβουλές, επιβεβαίωση, συμπαράσταση, ευλογίες. Σκέφτηκε τότε με πίκρα ότι αν ήθελε να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του θαυμασμού θα έπρεπε να κάνει αυστηρή δίαιτα, να στερηθεί ένα σωρό πράγματα που τον ευχαριστούσαν, να βάψει τα μαλλιά του που είχαν γκριζάρει στο μεταξύ, να ξυρίσει και την πλούσια γενιάδα, να ξαναφορέσει τα γελοία στενά ρούχα και παπούτσια που ήταν της μόδας -ό,τι φόραγε ο καλός ο κόσμος. Απελπίστηκε. Ηθελε και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Να είναι ο εαυτός του και να τον θαυμάζουν γι αυτό που είναι ο ίδιος και όχι να θαυμάζουν την εικόνα που καλλιεργούσε για χάρη των θαυμαστών. Θα μπορούσε όμως να διακινδυνέψει μια δοκιμή; να δώσει έναν πήδο, να σπάσει το περιθώριο και να βρεθεί ανάμεσα στο παμφάγον πλήθος; Ετσι όπως είχε γίνει τώρα, με τα μαλλιά και τα γένια και με τον τεράστιο όγκο που είχε αποχτήσει; Χωρίς κομψότητα, χωρίς αγέρωχο ύφος και ελαφρύ βάδισμα, σίγουρα θα τον λιντσάριζαν! «Και σιγά που θα τους κάνω τη χάρη!» είπε από μέσα του και αποφάσισε να κάνει το απλούστερο: Να σπρώξει το περιθώριο προς τα έξω, να το φαρδύνει, ώστε να χωράει περισσότερους!Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010
110. στο περιθώριο
Μια μέρα, ο ωραίος Μεργκαέλ Ωγκαίο ξύπνησε με ένα παράξενο συναίσθημα. Ενοιωθε μια βαθειά βαριεστημάρα, δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όλα τον πίεζαν αφόρητα, ιδίως τα απανωτά τηλεφωνήματα που ζητούσαν τη γνώμη του, τη συμπαράστασή του, τις ευλογίες του. Ακόμα και τα τηλεφωνήματα φίλων, που τον προσκαλούσαν για ένα απεριτίφ, τα έβρισκε ανόητα και άνευ σημασίας. Τί θα μπορούσε πια να συζητήσει μαζί τους; Υπήρχε κάτι που δεν το είχαν αναλύσει διεξοδικά στα τόσα πολλά χρόνια της φιλίας τους; Ετσι, βαδίζοντας προς το λουτρό του λιτού διαμερίσματός του, σκέφτηκε στα σοβαρά να μπεί στο περιθώριο. Ελα όμως που δεν είχε σαφή ιδέα τί σημαίνει περιθώριο! Το φανταζόταν στενό, όπως ακριβώς τα περιθώρια των τετραδίων. Τα τετράδια έχουν δυο περιθώρια, ένα δεξί κι ένα αριστερό. Ποιο έπρεπε να διαλέξει; Μήπως να διάλεγε καλύτερα το περιθώριο ενός κάδρου; Ισως πράγματι να ήταν αυτό το ενδεδειγμένο περιθώριο για την ιδιοσυγκρασία του, ώστε, αν το μετάνοιωνε κάποια στιγμή, να μπορούσε να μεταπηδήσει σύντομα και με άνεση στο κέντρο του κάδρου, να βρεθεί ατάκα κιεπιτόπου ξανά στο επίκεντρο της προσοχής. Μάλιστα. Αυτό ακριβώς έπραξε εκείνο το πρωί, αφού ξυρίστηκε επιμελώς -για τελευταία φορά, πριν περιθωριοποιήσει τον εαυτό του. Μετά την πάροδο μερικών ημερών και αφού τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά, διαπίστωσε με μεγάλη απογοήτευση ότι εξακολουθούσαν να είναι αναγνωρίσιμα το πρόσωπο και το σουλούπι του. Κανείς δεν τον είχε ξεχάσει, ίσα ίσα μάλιστα, μερικοί τον επαινούσαν και θαύμαζαν το νέο του στιλ. «Γαμώτο» έβρισε από μέσα του, σιχτιρίζοντας ταυτόχρονα την έλλειψη άνεσης στα βρισίδια, «τί πρέπει να κάνω ακόμα;» αισθανόμενος την πίεση του περιβάλλοντος να μεγαλώνει, παρόλο που πλέον η πίεση είχε αλλάξει κατεύθυνση και αντί να έρχεται από τα άκρα προς το κέντρο, όπου ήταν η παλιά του θέση, ερχόταν από το κέντρο προς τα άκρα. Αποφάσισε λοιπόν να φορέσει μάσκα, αλλά και μετά από αυτή την κίνηση αντιπερισπασμού η αναγνωρισιμότητα τον κυνηγούσε κατά πόδας. Τον πρόδιδε το κομψό και νευρώδες κορμί του, το αγέρωχο στήσιμο ήταν ακόμα πιο προδοτικό. Τι άλλο να κάνει απο το να προσπαθήσει να αλλάξει αυτά τα γνωρίσματα, από το να παχύνει δηλαδή; Μάλιστα. Καλή ιδέα. Αρχισε να τρώει σαν μανιακός. Κυρίως παγωτά, γλυκά γενικώς, που παχαίνουν γρήγορα. Η ικανοποίηση που έλαβε τρώγοντας όσα είχε στερηθεί μια ζωή, προσπαθώντας να διατηρεί ανέπαφη τη γραμμή της σιλουέττας του, ήταν τεράστια. Τόσο μεγάλη ευτυχία είχε να νοιώσει από τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με τη μεγάλη του αγάπη, τη Βέρα Καλτάκα. Μάλιστα. Οι μπαταρίες του γέμισαν στο φουλ, τόσο που δεν έβλεπε την ώρα να ξαναβρεθεί στο κέντρο του κάδρου της ζωής, το περιθώριο τον στένευε αφόρητα. Δοκίμασε μια, δυο, τρεις, έσπρωξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ήταν αδύνατο να ξαναμπεί στο κάδρο. Εριξε μια ματιά αφ' υψηλού -όπως συνήθιζε να κάνει παλιά, όταν όλοι τον κυνηγούσαν εκλιπαρώντας την προσοχή του- και είδε ότι το κάδρο ήταν πλήρες, δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα, που λένε. Γεμάτο από κομψούς, αγέρωχους, νευρώδεις ανθρώπους, περιτριγυρισμένους από θαυμαστές που εκλιπαρούσαν για συμβουλές, επιβεβαίωση, συμπαράσταση, ευλογίες. Σκέφτηκε τότε με πίκρα ότι αν ήθελε να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του θαυμασμού θα έπρεπε να κάνει αυστηρή δίαιτα, να στερηθεί ένα σωρό πράγματα που τον ευχαριστούσαν, να βάψει τα μαλλιά του που είχαν γκριζάρει στο μεταξύ, να ξυρίσει και την πλούσια γενιάδα, να ξαναφορέσει τα γελοία στενά ρούχα και παπούτσια που ήταν της μόδας -ό,τι φόραγε ο καλός ο κόσμος. Απελπίστηκε. Ηθελε και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Να είναι ο εαυτός του και να τον θαυμάζουν γι αυτό που είναι ο ίδιος και όχι να θαυμάζουν την εικόνα που καλλιεργούσε για χάρη των θαυμαστών. Θα μπορούσε όμως να διακινδυνέψει μια δοκιμή; να δώσει έναν πήδο, να σπάσει το περιθώριο και να βρεθεί ανάμεσα στο παμφάγον πλήθος; Ετσι όπως είχε γίνει τώρα, με τα μαλλιά και τα γένια και με τον τεράστιο όγκο που είχε αποχτήσει; Χωρίς κομψότητα, χωρίς αγέρωχο ύφος και ελαφρύ βάδισμα, σίγουρα θα τον λιντσάριζαν! «Και σιγά που θα τους κάνω τη χάρη!» είπε από μέσα του και αποφάσισε να κάνει το απλούστερο: Να σπρώξει το περιθώριο προς τα έξω, να το φαρδύνει, ώστε να χωράει περισσότερους!Πέμπτη, Ιουλίου 22, 2010
109. αρώματα σε απορρυπαντικά καμπινέδων
________________________
photo: απο τον κηπο της μανας μου
Κυριακή, Ιουλίου 11, 2010
108. Μη πυροβολείτε τις τρίχες
Ηταν την εποχή που οι γυναίκες φορούσαν υποχρεωτικά μαντήλες. Οποια γυναίκα δεν φόραγε, την πυροβολούσαν επιτόπου. Σε κάθε γωνία υπήρχαν πολυβόλα στημένα στις ταράτσες. Σε όλες τις πόλεις και τα χωριά του κόσμου, δεν υπήρχε γωνιακή ταράτσα χωρίς πολυβόλο. Λογάριασε τώρα με το νου σου, πόσα πολυβόλα και πόσοι χειριστές. Ανεργία μηδέν, αν αποφάσιζες να γίνεις πολυβολιστής. Η λέξη είχε γινει διάσημη, παντού στα ελληνικά, γραφόταν με ελληνικούς χαρακτήρες, κεφαλαία γράμματα, η λέξη ΠΟΛΥΒΟΛΙΣΤΗΣ και τα παράγωγά της ΠΟΛΥΒΟΛΕΙΟ, ΠΟΛΥΒΟΛΟ, ΠΟΛΥΒΟΛΑΡΧΙΑ, το ρήμα ΠΟΛΥΒΟΛΩ σε όλους τους χρόνους, ενεργητική φωνή. Η παθητική φωνή του ρήματος απαγορευόταν ρητώς, κανένας δεν έγραφε ή έλεγε ΠΟΛΥΒΟΛΟΥΜΑΙ ή -ακομα χειρότερα- ΠΟΛΥΒΟΛΟΥΜΑΣΤΕ. Η λέξη δεν γραφόταν ούτε και με πεζά γράμματα, ούτε και ψιθυριζόταν καν. Η ποινή ήταν μπουζούριασμα, σφιχτό τύλιγμα με άντερα βοδιού και ψήσιμο σε σιγανή φωτιά. Κάποια ιστορική στιγμή, ξεκίνησε η αντίσταση. Στην αρχή δειλά δειλά και με περίσκεψη, άρχισαν να γραφονται λάθος ταμπέλες ΠΥΡΟΒΟΛΑΡΧΙΔΙΑ, ΠΟΛΥΒΟΛΗΣΤΗΣ, αλλά και ΠΟΛΥΒΟΛΗΠΤΗΣ. Ο κόσμος κρυφογέλαγε και η Παγκόσμια Κυβέρνηση είχε φρικάρει. Στην αρχή, ο υπεύθυνος υπουργός Ταμπελοποίησης έκανε τα στραβά μάτια. Οταν παραποιήθηκαν όλες οι ταμπέλες, έβγαλε Απόφαση να αλλάξουν οι λέξεις. Ετσι, οι λάθος λέξεις έγιναν οι σωστές. Στο κάτω μέρος κάθε ταμπέλας, αναφερόταν το όνομα του υπεύθυνου υπουργείου, που ήταν κι αυτό αλλαγμένο σε ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΑΜΠΕΛΟΠΗΔΗΣΗΣ. Ο υπουργός -τι να κάνει μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα παραποιησεων;- έκανε τουμπεκί, τον ήπιε που λένε και αντέδρασε διαφορετικά. Πέτυχε την ψήφιση Νόμου που απαγόρευε τις μαντήλες. Οι γυναίκες εξανέστησαν. Αν έβγαζαν τις μαντήλες, θα έπρεπε να μπουν στα έξοδα του κομμωτηρίου και ο πλανήτης περνούσε περίοδο φτώχειας -οι ισχνές αγελάδες, αν έχετε ακουστά. Επίσης, μια και κομμωτήρια δεν υπήρχαν, αποφασίστηκε να δώσουν άδεια σε Κολλέγια Κομμωτικής Τέχνης με ταχύρρυθμη εκπαίδευση, ώστε να καλυφθεί σύντομα η ανάγκη των γυναικών. Επειδή ήταν αδύνατο να αποφοιτήσουν δισεκατομμύρια κομμώτριες σε χρόνο dt, εμφανίστηκε μια νέα Απόφαση: Να φορούν οι άνδρες υποχρεωτικά τουρμπάνι και τα ανδρικά κουρεία να μετατραπούν σε κομμωτήρια. Οποιος άνδρας κυκλοφορούσε ατουρμπάνιστος, θα εκτελείτο επιτόπου. Ωραία πράγματα... Μετά, ξύπνησα και βγήκα στο μπαλκόνι να δω αν η απέναντι γωνιακή ταράτσα είχε ΠΟΛΥΒΟΛΟ. Ηταν γεμάτη με φυτά και υπέθεσα ότι ήταν καμουφλάζ, να μη φαίνεται το ΠΟΛΥΒΟΛΑΡΧΙΔΙ, γιατί κάτω στο δρόμο είδα μια παρέα άντρες με τουρμπάνια. Φαίνεται ότι το μέτρο θα αρέσει στους άντρες, σκέφτηκα, γιατί δεν θα ξεχωρίζουν οι φαλακροί. Αλήθεια, γιατί οι άντρες έχουν πρόβλημα όταν λιγοστεύουν οι τρίχες τους; ___________
photo from http://gosmiley.com/eyecatcher/hair_styles.html
Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010
107. ο ανθρακωρύχος
Οταν έγινε η έκρηξη στη σήραγγα βάθους 300 μέτρων, ο ανθρακωρύχος πετάχτηκε απότομα προς τα πάνω -σαν να τον έφτυσε ένα φρεάτιο- και βγήκε σώος στο έδαφος. Μάλιστα, στάθηκε όρθιος στα δυο του πόδια, τόσο τυχερός ήταν. Ακόμα στέκεται δίπλα στην κολόνα και βλέπει το τοπίο να καπνίζει και αναρωτιέται τι να τα κάνει τόσα πολλά κάρβουνα. Ολοι σκοτώθηκαν, εργάτες κι αφεντικά, κανείς δεν έμεινε ζωντανός και όλο το κάρβουνο είναι δικό του. Τους συντρόφους του που χάθηκαν, καθόλου δεν τους σκέφτεται. Αυτοί πάνε τώρα, κάπου εκεί στα βαθειά θα μένουν στους αιώνες, πλακωμένοι με χώματα και σίδερα. Αυτός γλίτωσε και αυτό είναι το σημαντικό. Σήμερα. Αύριο, ποιος ξέρει, μπορεί να μη σταθεί τόσο τυχερός, αλλά γι αυτόν αύριο δεν υπάρχει. Μόνο κάρβουνο κατάμαυρο και λιπαρό, κάρβουνο που γυαλίζει σαν το τρίχωμα της μαύρης γάτας που τρίβεται στα πόδια του όταν ανάβει τη σόμπα, με κάρβουνο φυσικά. Η σκέψη της μαύρης γάτας του, σαν να τον ξύπνησε από λήθαργο βαθύ. Μα, πόσες μέρες είχε να πάει σπίτι του να την ταΐσει και να τη χαϊδέψει; Λογάριασε απο μέσα του και βρήκε πως μάλλον είχε περάσει μήνας και βάλε. «Και ειμαι ακόμα ζωντανός;» είπε από μέσα του και ψαχούλεψε το κορμί του. Βρήκε όλα τα μέλη στη θέση τους και ησύχασε, ήταν ζωντανός. Ζωντανός και μόνος με όλο αυτό το κάρβουνο για παρέα, ολόκληρα βουνά από κάρβουνο μαύρο και γυαλιστερό. Πήρε το δρόμο για το σπίτι του, να ξεκουραστεί και να σκεφτεί πιο καθαρά τί είχε συμβεί και τί θα έκανε από δω και πέρα. Οπως πλησίαζε, είδε μια κάτασπρη γάτα να βγαίνει από την πόρτα της αυλής του σπιτιού του...Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010
106. το σπυράκι
Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα ατρόμητη, τίποτα δεν την τρομάζει εκτός από τα σπυράκια που φυτρώνουν όταν δεν τα περιμένεις και μάλιστα εκεί ακριβώς όπου δεν τα περιμένεις καθόλου! Ετσι λοιπόν, προχτες το πρωί που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του λουτρού της και είδε στο υπέροχο πρόσωπό της ένα σπυράκι φουσκωμένο και έτοιμο να σπάσει, κόντεψε να λιποθυμήσει από τρομάρα. Μόλις πέρασε το πρώτο σοκ, πήρε ένα μπαμπακάκι και με κυκλωτικές κινήσεις τα κατάφερε να αφαιρέσει όλο το πύον. Το σπυράκι είχε ωριμάσει, που λένε, και δεν πόνεσε καθόλου. Ετσι συμβαίνει με τα ώριμα σπυράκια. Ισως μάλιστα, αν το άφηνε λίγο ακόμα, θα έσπαγε και μονάχο του χωρίς τη δική της πίεση, αν και η πίεση βοηθά να αποβληθεί όλο το πύον και να μη μείνει καθόλου σημάδι στον τόπο όπου υπήρχε το σπυράκι -στο πρόσωπο εν προκειμένω. Αυτό ισχύει γενικώς και όχι μόνο για τα σπυράκια της αξιαγάπητης Βέρας: Οταν φεύγει το πύον, κάθε οργανισμός νοιώθει ξαλαφρωμένος και φρέσκος φρέσκος για νέες περιπέτειες. Περιττεύει να πούμε ότι, αν η Βέρα Καλτάκα δεν έσπαγε το σπυράκι και δεν αφαιρούσε το πύον τη στιγμή ωρίμανσης του προβλήματος, μπορεί το όμορφο πρόσωπό της να γινόταν αγνώριστο και σε λίγο καιρό να χρειαζόταν εγχείριση με αμφίβολα αποτελέσματα. Αν πάλι το έσπαγε νωρίτερα, όταν ήταν ακόμη άγουρο, μπορεί να έμενε ανεξίτηλο σημάδι στο πρόσωπο -ίσως και στην καρδιά της.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
