Δευτέρα, Οκτωβρίου 27, 2008

080. αηδονοθηρίας το ανάγνωσμα

Αηδονοθήρας είναι αυτός που κυνηγάει αηδονάκια, αυτά τα ωδικά πτηνά που έρχονται στη χώρα μας τον Απρίλη και φεύγουν τον Αύγουστο που είναι παχιές οι μύγες επειδή κάνουν δίαιτα, να μη μπαίνουν σε πειρασμό δηλαδή τρώγοντας πολλά λιπαρά και χάσουν τη φόρμα τους. Αν δεν φρόντιζαν τη σιλουέτα τους, πώς θα έφευγαν; Θα ήταν βαριά και θα πέφταν στο χώμα ή στο νερό -ακόμα χειρότερα.
Ο αηδονοθήρας λοιπόν, συλλαμβάνει αηδόνες και αηδόνους και στοιβάζει μέσα σε ένα κλουβί όλα μαζί τα πτηνά. Του έρχεται πτηνότερα έτσι. Γιατί το κάνει αυτό; Ετσι, είναι το χόμπυ του. Παράλληλα με την αηδονοθηρία, είναι επιρρεπής και στην αηδονοβλεψία. Κρυφοκοιτάζει τα αηδονάκια να ερωτεύονται και να γεννούν αυγουλάκια. Δεν του είναι όμως αρκετό να είναι αηδονοβλεψίας, είναι και αηδονακουστής και, επειδή τα αηδόνια δεν τραγουδούν φυλακισμένα, ελευθερώνει κάπου κάπου μερικά για να μπορεί να τα ακούει να κελαηδάνε. Οι προτιμήσεις αυτές ονομάζονται γενικά αηδονισμός και αηδονολατρεία. Είναι επικίνδυνο όμως να ασκούνται χωρίς έλεγχο, επειδή μπορεί να επέλθει αηδονοπληξία και τότε το μόνο φάρμακο είναι η αηδονάλη, ένα κατασκεύασμα από αηδονόζουμο, και είναι κρίμα να συμβαίνει αυτό, να στίβουμε αηδόνια δηλαδή. Αυτά δίδασκε ο Δάσκαλος των Αηδονών μέχρι που ένας αηδονοθήρας τον τσάκωσε στα δίχτυα του. Αηδία κατάντησε πια αυτή η αηδονομανία! Από δω και στο εξής, προτείνω να ακούτε άριες από βέρους αοιδούς και να αφήνετε τα αηδονάκια στην ησυχία τους.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008

079. γεννημένη αγενής

Γεννήθηκε αγενής και, μεγαλώνοντας, ζούσε σε μαύρη απελπισία. Κανείς δεν την καταλάβαινε, μέχρι που ταίριαξε με ένα σπανό. Ξυράφια, ξυραφάκια, αφροί ξυρίσματος, βουρτσάκια, λεπίδες, σαπουνάδες, γιοκ. Εζησαν και πέθαναν ευτυχισμένοι. «Το μόνο που είχαν ήταν μπόλικα λέπια, αλλά αυτά δεν δημιουργούν πρόβλημα στο νερό όπως οι τρίχες» είπε το Ψάρι και ξεκίνησε βιαστικά για το μνημόσυνο της γιαγιάς του.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2008

078. η πόρτα

Γυρίζω δυο φορές το κλειδί και μετά το τραβώ από την κλειδαριά και το αφήνω να κρέμεται χαλαρά. Φοβάμαι μη πάθω κάτι, μη μείνω στον τόπο και χαλάσουν την πόρτα προσπαθώντας να την ανοίξουν για να με σώσουν ή για να με βγάλουν πεθαμένη. Κρίμα να χαλάσει τέτοια πόρτα, έτσι δεν είναι; Κλειδώνω το λοιπόν και μετά κάθομαι και βλέπω τον απέναντι τοίχο, τον τοίχο που χωρίζει το σαλονάκι από την κουζίνα, και σκέφτομαι πως είμαι μόνη επειδή πάντα έφευγα. Πάντα, εκτός από την τελευταία φορά που έφυγε πρώτος για τον παράδεισο ο κύρης μου. Ητανε ναυτικός και τον πήρε η θάλασσα, μόλις τα είχα καταφέρει να συνηθίσω να βρισκομαι μαζί του. Μόλις τα κατάφερα να μη φεύγω πλέον. Μόλις τότε κατάφερα να καταλάβω ότι όσο φεύγεις από έναν έρωτα, τόσο εκείνος μεγαλώνει επειδή τον σκέφτεσαι συνέχεια -δεν έχεις τί άλλο να σκεφτείς όταν είσαι φευγάτος. Η πόρτα μένει κλειδωμένη, αλλά φροντίζω για την ακεραιότητά της, σπαράζοντας ξεκλείδωτη. Μια πόρτα κλειστή έχει χρεία σεβασμού.

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

077. Εκεί που περπατούσαμε

Δεν υπάρχει τίποτα από τότε. Ολα τσιμέντο και άσφαλτος. Πάνε κι οι μυρωδιές της άνοιξης, έγιναν καυσαέρια. Ο ουρανός γέμισε πολυκατοικίες. Εκεί που περπατούσαμε δεν υπάρχει χώρος για πόδια ανθρώπου. Μόνο ρόδες κυκλοφορούν. Κινδυνεύεις να διαμελιστείς, αν επιμείνεις να περπατήσεις εκεί που ήταν παλιά μονοπάτια. Τα χωράφια ανέβηκαν στα ύψη. Κρίμα που δεν μπορώ να νιώσω το χέρι σου, κρίμα που δεν μπορώ να ξαναδώ το γαλάζιο βλέμμα σου, κρίμα που σκοτείνιασαν όλα. Αστρα δεν φαίνονται πια, χρώμα ουρανού ροζέ βρώμικο τις νύχτες. Ούτε η πανσέληνος δεν είναι ίδια. Τίποτα δεν υπάρχει. Αμμος σκέπασε τις μαύρες πλάκες, άμμος και τον πηλό στη μακρινή παραλία. Τα βραχάκια σκεπάστηκαν κι έγιναν δρόμος. Η θάλασσα πήγε μακριά και δεν μοσχοβολάει. Το κυματάκι δεν ακουμπάει στο φεγγάρι. Μένει μαύρο και σκοτεινό. Τίποτα δεν λάμπει. Ούτε το βλέμμα σου στην ψυχή μου. Αυτά έχω να σου πω πατέρα. Κοιμήσου ήσυχος, δεν θα χαθώ -ακόμα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...