skip to main |
skip to sidebar
Οταν ο ωραίος Μεργκαέλ Ωγκαίο βρέθηκε απέναντι στα κιλά του, άφησε ένα μικρό επιφώνημα έκπληξης. Ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι το βάρος ολόκληρου του εαυτού του χωρούσε σε μερικές σιδερένιες ροδέλες και μάλιστα βρωμερές και σκουριασμένες. Αντιλήφθηκε ότι η σχέση βάρους με όγκο είναι ένας ξεκάθαρος παραλογισμός.
Κατάλαβε πολύ καλά ότι το ερώτημα «τι είναι πιο βαρύ, ένα καντάρι σίδερο ή ένα καντάρι μπαμπάκι;» που έπαιζε στην επικαιρότητα των παιδικών του χρόνων δεν είχε την -απολύτως λογική- απάντηση που εκείνος έδινε συνήθως, δηλαδή, «ένα καντάρι σίδερο, φυσικά». Θυμήθηκε και τη θεωρία για τις μαύρες τρύπες που είναι πολύ μικρές και πάρα πολύ βαριές και που όλα τα καταβροχθίζουν, μια θεωρία για την οποία πολύ λόγος γίνεται τελευταίως στα κανάλια και στις παρέες, και άρχισε να τρέμει. Φοβάται πολύ τώρα μήπως τον καταβροχθίσουν αυτές οι σκονισμένες ροδέλες και φορέσουν το ωραίο του μαύρο κοστούμι και το ξεχειλώσουν, μήπως ξεσκίσουν τα ωραία του σκαρπίνια, ή μήπως τον κάνουν μια ροδέλα επιπλέον κι αυτόν, μια ροδέλα σιδερένια, μια εντελώς άκομψη ροδέλα χοντρή, βρώμικη και σκουριασμένη.
Οταν ο Ποιητής αποφάσισε να αποδεσμευτεί από την αγάπη της Μάνας, έπεσε απότομα μπρούμυτα στο πλακόστρωτο και τότε, από τη φόρα της πτώσης, ξεπετάχτηκε το χτενάκι που συγκρατούσε την πλούσια κόμη του και τα λυμένα του μαλλιά απλώθηκαν στη γυμνή του πλάτη σαν πλοκάμια από καλαμαροχτάποδα. Εψαξε και βρήκε την άκρη του νήματος της αγάπης της Μάνας, που αγκάλιαζε το λαιμό του και τον έπνιγε τόσα χρόνια -μιλάμε για πολλά πολλά χρόνια. Το νήμα αυτό είχε χοντρύνει πολύ, ένεκα της συχνής και πλούσιας διατροφής που του προσέφερε η Μάνα, και είχε γίνει σαν τριχιά -χοντρό και αγκαθερό. Ο Ποιητής όμως ήταν αποφασισμένος να γλιτώσει από δαύτο και άρχισε να το ξετυλίγει μετά πολλού κόπου και βασάνου. Ξετύλιγε και ξετύλιγε και τελειωμό δεν είχε, αλλά η ανακούφιση που ένοιωθε μετά από το ξετύλιγμα κάθε γύρου από το λαιμό, τού έδινε καινούργιο κουράγιο να συνεχίζει το άθλημα. Οσο το νήμα της αγάπης της Μάνας ξετυλιγόταν, τόσο λέπταινε, μέχρι που έγινε λεπτό σαν μεταξωτή κλωστίτσα. Οσο πιο λεπτό, τόσο πιο ανθεκτικό και τόσο πιο κοντά στο δέρμα του λαιμού του Ποιητή, τόσο πιο κοντά στην ψίχα της ψυχής του. Με τα πολλά, παραμένοντας εξακολουθητικά μπρούμυτα πάνω στο πλακόστρωτο, ο Ποιητής είδε και απόειδε να ξετυλίγει και το νήμα να μη σώνεται και σκέφτηκε να τα παρατήσει. Πώς όμως θα ξανατύλιγε όλο αυτό το πελώριο κουβάρι γύρω από το λαιμό του, ώστε να μη πάρει χαμπάρι η Μάνα τί πήγε να κάνει; Γιατί, αν η Μάνα καταλάβαινε πόσο βαριά έπεφτε η αγάπη της στο παιδί της, θα ήταν ικανή για όλα -μέχρι και να το πνίξει κανονικά. Αλλο δεν έμενε στον Ποιητή από το να συνεχίζει το ξετύλιγμα και ό,τι ήθελε ας γινόταν. Ιδρωνε και ξίδρωνε λοιπόν, είχε να παλέψει και με το βάρος των μαλλιών του που τον πίεζαν αφόρητα πάνω στο πλακόστρωτο, οι πλάκες άρχισαν να υποχωρούν σιγά σιγά μέχρι που απορρόφησαν τη λυωμένη μάζα των μαλλιών, του νήματος της αγάπης, του σώματος του Ποιητή, και μια ψιλή ευεργετική βροχούλα ήρθε να ξεπλύνει τα αίματα και τους ιδρώτες.
Λένε, ότι η Μάνα ήταν εκείνη που παρακάλεσε «ας βρέξει επιτέλους!»
Ο Ζωγράφος είχε χάσει τον έλεγχο. Δεν υπήρχε τρόπος να ξαναβρεί την οδό των ονείρων, χωρίς να ελέγχει τον ύπνο του. Πανικοβλήθηκε, η αϋπνία τον είχε καταρρακώσει. Αρχισαν να εισβάλλουν και σωματικά συμπτώματα. Τότε αποφάσισε να πάει στο γιατρό. «Πάρε αυτά τα χαπάκια» είπε ο γιατρός. Η ιδέα πως θα πάρει χάπια, ο τρόμος ότι μπορεί να γίνει κι αυτός ένας χαπάκιας σαν τους πολλούς, έκαναν τον πανικό του να μεγαλώσει. «Πάρτα, κι εγώ τα παίρνω» του είπε ο φίλος του ο Ποιητής, και ο Ζωγράφος τα πήρε για λίγες μέρες, τόσες όσες ακριβώς χρειάστηκαν ώστε να αποφασίσει να τα κόψει μαχαίρι και να βάλει μπρος την αυτοπειθαρχία του. Δυσκολεύτηκε, είναι η αλήθεια, να ξαναβρεί την οδό των ονείρων του. Πέρασε χρόνος και βάλε με σκαμπανεβάσματα "κοιμάμαι-δεν-κοιμάμαι" και ύπνους ξύπνους απανωτά. Οταν επιτέλους τα κατάφερε να σταθεροποιήσει το ωράριό του, επισκέφτηκε το γιατρό και τον ευχαρίστησε. Η θεραπεία ήταν επιτυχής, είχε ξαναβρεί τον έλεγχο του ύπνου, έστω και από την ανάποδη, ακολουθώντας αντίθετο δρόμο. «Είσαι πνεύμα αντιλογίας» του έλεγε η Μάνα όταν ήταν μικρός, αλλά αυτό δεν το είχε λάβει υπόψη ο γιατρός -ή μήπως το είχε λάβει;
Ο ψαροδάσκαλος της Δ' Δημοτικού Ιχθυοπαίδων είχε τη φαεινή ιδέα να δείξει στα ψαρόπαιδα τι εστί Ψήφος. Το Ψάρι βρέθηκε μικρό μικρό να ετοιμάζεται να ψηφίσει και, επειδή δεν ήθελε να μείνει αψήφιστο, έπιασε έναν έναν τους ψαροσυμμαθητές του στο διάλλειμμα και υποσχέθηκε στον καθένα ξεχωριστά ότι θα τον ψηφίσει αν το ψηφίσει και εκείνος. Το αίτημα που διατυπώθηκε από το μικρό Ψάρι στη συνομιλία με καθένα ψαροσυμμαθητή ήταν περίπου αυτό: «Ψήφισέ με, να σε ψηφίσω». Οι ψαροσυμμαθητές δεν συμπαθούσαν όλοι το Ψάρι, αλλά, προκειμένου να ψηφιστούν από κάποιον, έριξαν όλοι μονοκούκκι την πολύτιμη ψήφο τους, ένα χαρτάκι που έγραφε «ΨΑΡΙ». Ο ψαροδάσκαλος είχε πει στα ψαρόπαιδα ότι, αν δεν θέλουν να ψηφίσουν κανένα ψαροσυμμαθητή τους, μπορούν να ρίξουν λευκό χαρτάκι στο κουτί από καβούκι κάβουρα που χρησιμοποιήθηκε για κάλπη. Οταν τέλειωσε η ψηφοφορία, γύρισε ανάποδα το καβούκι ο ψαροδάσκαλος κι έπεσαν ένα σωρό χαρτάκια. Κάθησε στην έδρα, άρχισε να διαβάζει ένα ένα τα χαρτάκια και τα αποτελέσματα τα έγραφε ένα ψαρόπαιδο στον πίνακα. Ο ψαροδάσκαλος έτριβε τα στρογγυλά του ματάκια με έκπληξη, όταν είδε πως όλα τα χαρτάκια έγραφαν φαρδιά πλατιά ΨΑΡΙ. Υπήρχε και ένα χαρτάκι σκέτο, χωρίς όνομα, μια λευκή ψήφος δηλαδή. Με αυτή την ευκαιρία, ο ψαροδάσκαλος έκανε μια διάλεξη στους ψαρομαθητές περί σκοπιμότητας της ψήφου. Ολοι ανεξαιρέτως οι ψαρομαθητές μετάνοιωσαν για την ψήφο που έριξαν, επειδή δεν ήταν μια ψήφος σύμφωνη με τη συνείδησή τους, αλλά μια ψήφος που έριξαν ο καθένας τους με ιδιοτελή σκοπό. Ταυτόχρονα με το μετάνοιωμα για την ψήφο, ήρθε και η αντιπάθειά τους για το καημένο το μικρό Ψάρι. Νόμιζαν πως είχε κάνει σκόπιμα την ενέργεια της ανταλλαγής ψήφων, πράγμα όχι αληθινό επειδή αρκούσε μια μικρούτσικη και απλή σκέψη: «μπορεί ένας να ρίξει παραπάνω από μια ψήφους; πόσες ψήφους μπορεί να ρίξει το Ψάρι;» Το Ψάρι εξήγησε προσεκτικά ότι δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τους ψαροσυμμαθητές του, άλλωστε και αυτό ήταν ένα μικρό ψαράκι σαν όλα τα άλλα και ότι η λευκή ψήφος ήταν δική του, επειδή ακριβώς δεν ήξερε ποιο ψαροσυμμαθητή του να ψηφίσει -τους συμπαθούσε όλους. Κανείς δεν το κατάλαβε, ούτε ο δάσκαλος, από το μυαλό του οποίου δεν είχε περάσει καν ένα τέτοιο ενδεχόμενο ώστε να το προβλέψει και να το αποτρέψει. Τότε ακριβώς ήταν που το Ψάρι αποφάσισε να μην ασχοληθεί ποτέ με την πολιτική και να ψηφίζει κατά συνείδηση.
Ακόμα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί είχε αποφασίσει να αναλάβει να σηκώσει αυτό το βάρος. Ισως επειδή ήταν μια πρόκληση για τους στιβαρούς ώμους του, ίσως επειδή φαινόταν ελαφρύ τότε που το αποφάσισε, ίσως επειδή νόμιζε ότι δεν θα κρατούσε για πολύ. Δεν γνώριζε τότε αυτό που γνωρίζει σήμερα, ότι δηλαδή το βάρος μεγαλώνει όσο το σηκώνεις, όλο και βαρύτερο γίνεται, ακόμα και αν διατηρεί το ίδιο βάρος πάνω στη ζυγαριά. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι ζυγαριά. Τόσο απλό ήταν λοιπόν; Ενας γιατρός της δικής του εμπειρίας θα έπρεπε ήδη να το γνωρίζει, ίσως όμως αυτή να είναι γι αυτόν μια εμπειρία ακόμα: ο έλεγχος ενός βάρους που κάθεται σε ανθρώπινους ώμους και όχι πάνω σε μια ζυγαριά.