Μια φορά, ήταν ένα μικρό ποτάμι. Ξεκινούσε γοργά γοργά από την πηγή ψηλά στο βουνό και κατέβαινε στην πεδιάδα χοροπηδώντας, πεντακάθαρο και βουερό. Οσο συνέχιζε να κατεβαίνει, όλο και πλάταινε, μέχρι που έγινε ένα μεγάλο ποτάμι. Τα νερά του δεν βουίζαν πια, ήταν ήρεμα και κυλούσαν αθόρυβα και απαλά. Σιγά σιγά, με τον καιρό, έφτασε κοντά σε μια πολιτεία και άρχισαν να το στεφανώνουν γεφύρια πέτρινα και γεφύρια σιδερένια. Περνούσαν άνθρωποι πάνω στα γεφύρια και πηγαίναν από τη μιαν όχθη στην άλλη περπατώντας ή καβάλα στα ζωντανά. Περνώντας ο καιρός, φανήκαν τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια -βρουμ βρουμ- να περνούν από πάνω του. Πολύς ο θόρυβος, το ποτάμι ζαλιζόταν, το συνεχές πέρα δώθε του χάλαγε την ησυχία. Αρχηνίσαν να κόβουν δέντρα από τις όχθες του οι άνθρωποι, να ρίχνουν σκουπίδια στο νερό του, που όλο και θόλωνε. Μερικές φορές, το ποτάμι φούσκωνε κι έδιωχνε τους παρείσακτους, αλλά όλο κι ερχόντουσαν κάτι μαστόρια και διορθώναν τα γεφύρια και ξανά μανά πάλι τα ίδια, μέχρι που το ποτάμι θύμωσε και είπε μέσα του «τι θέλω 'γω εδώ πέρα, κοντεύω να γίνω βαλτότοπος και θέλω να παραμείνω καθαρό ποτάμι» κι έδωσε μια και ξεκόλλησε από τη γης και ανέβηκε στον ουρανό και μην το είδατε! Εκεί ψηλά, τώρα που μιλάμε, εκεί ψηλά γαργαρίζει πεντακάθαρο τραγουδώντας με τα σύννεφα, χαϊδεμένο από τις ηλιαχτίδες κι ασημωμένο από το φως του φεγγαριού.Πέμπτη, Φεβρουαρίου 10, 2011
119. το ποτάμι που κυλάει στον ουρανό
Μια φορά, ήταν ένα μικρό ποτάμι. Ξεκινούσε γοργά γοργά από την πηγή ψηλά στο βουνό και κατέβαινε στην πεδιάδα χοροπηδώντας, πεντακάθαρο και βουερό. Οσο συνέχιζε να κατεβαίνει, όλο και πλάταινε, μέχρι που έγινε ένα μεγάλο ποτάμι. Τα νερά του δεν βουίζαν πια, ήταν ήρεμα και κυλούσαν αθόρυβα και απαλά. Σιγά σιγά, με τον καιρό, έφτασε κοντά σε μια πολιτεία και άρχισαν να το στεφανώνουν γεφύρια πέτρινα και γεφύρια σιδερένια. Περνούσαν άνθρωποι πάνω στα γεφύρια και πηγαίναν από τη μιαν όχθη στην άλλη περπατώντας ή καβάλα στα ζωντανά. Περνώντας ο καιρός, φανήκαν τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια -βρουμ βρουμ- να περνούν από πάνω του. Πολύς ο θόρυβος, το ποτάμι ζαλιζόταν, το συνεχές πέρα δώθε του χάλαγε την ησυχία. Αρχηνίσαν να κόβουν δέντρα από τις όχθες του οι άνθρωποι, να ρίχνουν σκουπίδια στο νερό του, που όλο και θόλωνε. Μερικές φορές, το ποτάμι φούσκωνε κι έδιωχνε τους παρείσακτους, αλλά όλο κι ερχόντουσαν κάτι μαστόρια και διορθώναν τα γεφύρια και ξανά μανά πάλι τα ίδια, μέχρι που το ποτάμι θύμωσε και είπε μέσα του «τι θέλω 'γω εδώ πέρα, κοντεύω να γίνω βαλτότοπος και θέλω να παραμείνω καθαρό ποτάμι» κι έδωσε μια και ξεκόλλησε από τη γης και ανέβηκε στον ουρανό και μην το είδατε! Εκεί ψηλά, τώρα που μιλάμε, εκεί ψηλά γαργαρίζει πεντακάθαρο τραγουδώντας με τα σύννεφα, χαϊδεμένο από τις ηλιαχτίδες κι ασημωμένο από το φως του φεγγαριού.Σάββατο, Ιανουαρίου 29, 2011
118. Αφαιρέθηκαν οι Μεσογειακοί Αγώνες
Οι Μεσογειακοί Αγώνες ήταν ανέκαθεν αφηρημένοι. Εκείνη την ημέρα όμως, έτυχε να αφαιρεθούν εντελώς κι έτσι, αφηρημένοι όπως ήταν, χάσαν το δρόμο που θα τους οδηγούσε στη χώρα των ονείρων τους, στη χώρα όπου ονειρευόντουσαν μια ζωή να διαπρέψουν ως Αγώνες και ως Μεσογειακοί κυρίως.Το ευτύχημα είναι ότι, ναι μεν έχασαν τη χώρα των ονείρων τους, η χώρα όμως αυτή τους ξανασυνάντησε στα όνειρά τους κι έζησαν μαζί ένα ονειρεμένο παραμύθι αγκαλιασμένοι στα σύννεφα, χωρίς έπαθλα, φανφάρες και τα λοιπά συναφή, πράγματα τα οποία συνήθως διαστρέφουν τα όνειρα σε εφιάλτες.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 28, 2011
117. η Δημοκρατία στο πορτ-μπαγκάζ
Μια μέρα -ή μήπως ήταν νύχτα;- η Δημοκρατία περπατούσε αμέριμνη σε ένα δρομάκι εξοχικό, όταν έπεσε πάνω σε ένα πορτ-μπαγκάζ ανοιχτό και είπε από μέσα της «δεν μπαίνω να δω πώς είναι ένα πορτ-μπαγκάζ από μέσα;» γιατί, ως γνωστόν, η Δημοκρατία παλεύει ανέκαθεν με τα μέσα. Δεν το ρισκάρει με τα έξω, βλέπετε, γιατί μια ζωή στο γκαναπέ του σαλονιού την έχει βγάλει και αρνείται να αλλάξει συνήθειες τώρα στα γεράματα. Οχι και γερασμένη ακριβώς, αλλά μάλλον γεροντομπασμένη την κόβω. Ολο κάνει τη σοβαρή και «απαπα δεν τα σηκώνω αυτά» ή «απάδουν της δημοκρατικής μου παιδείας τα τοιαύτα» ή «εστέ σοβαροί και ας το συζητήξωμεν το θέμα» όλο τέτοια λέει και την έχουν πάρει στο ψιλό κάτι καλόπαιδα και τη γαζώνουν -με σφαίρες. Είδε λοιπόν ανοιχτό το πορτ-μπαγκάζ και μπήκε. Οχι μονάχα μπήκε, αλλά το έκλεισε κιόλας από πάνω της. Δεν μπορώ να φανταστώ ποιες ήταν οι σκέψεις της όταν προέβη στην πράξη αυτή, ίσως όμως απλώς και να μη σκεφτόταν τίποτα, να νύσταζε ή και να έπεσε το καπάκι απο μόνο του μόλις μπήκε και να την κλειδαμπάρωσε. Αγνωστο το πώς, άγνωστο και το γιατί. Το μόνο γνωστό είναι ότι ακόμα παραμένει έγκλειστη μέσα σε ένα πορτ-μπαγκάζ που βρέθηκε μπροστά της ανοιχτό και το θέμα είναι ποιος και γιατί το είχε αφήσει εκεί το αμάξι νυχτιάτικα με ανοιχτό το πορτ-μπαγκάζ. Ηταν τυχαίο ή ήταν παγίδα; Θα μπορούσε να είχε μπει και σε πηγάδι η Δημοκρατία, αν έβρισκε μπροστά της ένα πηγάδι, δεδομένης της μεγάλης περιεργειας που τη δέρνει. Τα πηγάδια όμως δεν μετακινούνται εύκολα, δεν έχουν ρόδες, ενώ ένα αμάξι σταματάει όπου θέλει ο οδηγός και είναι ευνόητο ότι, για να το σταματήσει εκεί από όπου θα περνούσε η Δημοκρατία, κάτι θα είχε σκαρώσει εναντίον της. «Και πώς εγνώριζε ότι θα μπεί μέσα στο ανοιχτό πορτ-μπαγκάζ η ευλογημένη;», θα ρωτήσει κάποιος και θα απαντήσω ότι το έπαιξε μονά-ζυγά ο σωφέρ -ο γκάγκστερας μαλλον- το παιχνίδι, το άφησε στην τύχη με πιθανότητες φίφτυ φίφτυ. Συνήθως, εκείνοι που έχουν τα πολλά κερδίζουν, οπότε, ποντάρησε απλά στην τύχη του. «Και τί την ήθελε τη Δημοκρατία στο πορτ-μπαγκάζ;» Να, άλλη μια καλή ερώτηση, στην οποία δεν ξέρω ακριβώς τί να απαντήσω, αλλά θα επιχειρήσω να μαντέψω. Μπορεί να την ήθελε να την πάρει σπίτι του να του συγυρίζει, να μαγειρεύει και να πλένει και τα πιάτα ή να την ήθελε για γκόμενα. Το πιθανότερο, εδώ που τα λέμε μεταξύ μας, είναι να την ήθελε απλώς κλειδωμένη στο πορτ-μπαγκάζ, ανενεργή που λένε. Στην εικόνα βλέπετε ένα ωραιόταττο πορτ-μπαγκάζ, ευάερο και ευήλιο, εκείνο όμως όπου φυλακίστηκε η καημένη η Δημοκρατία ήταν ένα πορτ-μπαγκάζ αλεξίσφαιρο, ενός μαύρου αυτοκινητου, σαν αυτά που οδηγούν κάτι γραββατωμένοι τύποι με μαύρα γυαλιά ηλίου που τα φορούν ακόμα και τη νύχτα -ιδίως τη νύχτα.Παρασκευή, Δεκεμβρίου 17, 2010
116. η χώρα των Σοφών Κώλων
Κάποτε, ο Ποιητής αποφάσισε να κάνει ένα μακρινό ταξίδι, να πάει όσο πιο μακριά γινόταν. Ρώτησε λοιπόν, ποια είναι η πιο μακρινή χώρα κι ένας ταξιδιωτικός πράκτορας του είπε πως είναι η χώρα των Σοφών Κώλων. Μέχρι να τακτοποιήσει τα εισιτήρια τρένων, πλοίων και αεροπλάνων, που θα τον πήγαιναν στη χώρα των ονείρων του, έγραφε ποιήματα για κώλους. Για όμορφους κώλους στρογγυλούς και τσιτωμένους, αλλά και για πισινούς πεσμένους, ζαρουκλιασμένους ή ατροφικούς, για τροφαντά κωλαράκια, αλλά και για μαραμένα οπίσθια. Γέμιζε σελίδες επί σελίδων με γλαφυρά ποιήματα, αλλά και με ολόκληρες ελεγείες και έπη, ιστορώντας με στίχους τους κώλους της φαντασίας του, τόσο που το μυαλό του γέμιζε σκατά χωρίς να το καταλαβαίνει. Το πρόβλημα του Ποιητή ήταν ότι περιεγραφε την εξωτερική εμφάνιση των κώλων και ουδεμία σημασία έδινε στο περιεχόμενό τους, οπότε, το περιεχόμενο εισερχόταν στα κρυφά και στα μουλωχτά και κατελάμβανε θέση μέσα στο νου του Ποιητή, αφού εκείνος προτιμούσε να αρνείται την ύπαρξη του περιεχομένου αυτού. Μετά από αρκετό καιρό, όταν ετοιμάστηκαν όλα τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και ο Ποιητής υπεβλήθει σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, έκανε και τα ειδικά πανάκριβα εμβόλια, ήρθε η πολυπόθητη μέρα της αναχώρησης. Πρώτα μπήκε στο τρένο, όπου, λόγω κεκτημένης συνήθειας, παρατηρούσε τους ανθρώπινους κώλους αντί για τα πρόσωπα. Μιλούσε σε κώλους κοιτάζοντας τους κωλους στα μάτια -τρόπος του λέγειν "μάτια" γιατί ένας κώλος έχει μονάχα ένα μάτι, το οποίο μάλιστα δεν φαίνεται μια και βρίσκεται κάτω απο τα ρούχα. Κατόπιν, μπήκε στο πλοίο, όπου συνέχισε το ίδιο βιολί. Υστερα, έφτασε σε ένα μακρινό αεροδρόμιο, όπου θα ερχόταν το αεροπλάνο να τον μεταφέρει στον τελικό προορισμό του, όπερ και εγένετο. Ετσι, έφτασε μετά από μερικές ώρες στη χώρα των Σοφών Κώλων. Εκεί όμως, δεν υπήρχε κανένας κώλος. Κανένα πλάσμα δεν είχε κώλο. Οι άνθρωποι ήταν άκωλοι εντελώς, μια επιφάνεια επίπεδη ήταν η πίσω όψη τους, και ο Ποιητής αναρωτήθηκε πώς και από πού τάχα να χέζουν. Δεν δίστασε να ρωτήσει έναν περιπτερά ο, φημισμένος για την τόλμη του, Ποιητής: «Δεν μου λέτε παρακαλώ, πώς χέζετε σεις εδώ πέρα;» αλλά ο περιπτεράς αγνοούσε το ρήμα "χέζω" και υπέδειξε στον Ποιητή να απευθυνθεί στον σοφότερο Κώλο της χώρας, ένα γνωστό υπερήλικα ακαδημαϊκό. Θα πάω αύριο να ρωτήσω, σκέφτηκε ο Ποιητής και πήγε στο ξενοδοχείο, να τακτοποιήσει τις βαλίτσες του και να ξεκουραστεί. Στο δωμάτιο, που ήταν κατηγορίας υπερλούξ επτά αστέρων, υπήρχε ένα θαυμάσιο λουτρό με μπανιέρα τζακούτζι, ασπροφουφουλιασμένα μπουρνούζια και πετσέτες προσώπου λινές, αλλά λεκάνη τουαλέτας δεν υπήρχε πουθενά. Χτύπησε το κουδούνι, ήρθε μια καμαριερα -άκωλη κι αυτή, φυσικά- και της υπέδειξε την έλλειψη: «πού είναι η τουαλέτα δεσποινίς;» μα η κοπέλα απόρησε, επειδή δεν είχε ξανακούσει τη λέξη "τουαλέτα". Καλά, σκέφτηκε πάλι ο Ποιητής, θα ρωτήσω αύριο τον σοφότερο Κώλο της χώρας, κι έπεσε για ύπνο, αφού κατούρησε στο νιπτήρα -χέσιμο δεν ήθελε ακόμα, ένεκα η αλλαγή κλίματος. Το πρωί της επόμενης μέρας, επισκέφθηκε τον σοφότερο Κώλο, ένα κύριο γηραλέο αλλά συμπαθέστατο, και τον ρώτησε τα σχετικά. Εψαξε ο σοφός σε κάτι ογκώδη σκωροφαγωμένα βιβλία, και η απάντηση που έδωσε ήταν η εξής: «Εμείς εδώ, όπως ίσως παρατηρήσατε κύριε Ποιητά, δεν διαθέτομεν κώλον, άρα δεν παράγομεν το υποπροϊόν σκατά, άρα δεν χρειαζόμεθα τουαλέτας.» Ο Ποιητής ξαφνιάστηκε αρκετά, αλλά είχε την ψυχραιμία να συνεχίσει τις ερωτήσεις. Στην ερώτηση του Ποιητή «Και πώς ζείτε χωρίς να αποπατείτε;» ο Σοφότερος απάντησε «Εχομεν εξελίξει το γονίδιόν μας τοιουτοτρόπως ώστε να μη χρειάζεται να τρώμε, άρα ούτε και να χέζομεν, αγαπητέ Ποιητά. Εχομεν το πλεονέκτημα έναντι των άλλων ανθρώπων να μη χρειαζόμεθα καν τροφήν δια να ζήσομεν.» Φοβερή οικονομία! κραύγασε από μέσα του, βεβαίως, ο Ποιητής, αποτολμώντας μιαν επιπλέον ερώτηση «Πώς προέκυψε, σεβαστέ σοφότατε Κώλε, αυτή η ανάγκη εξελίξεως του γονιδίου στη χώρα σας;» και ο Σοφότατος αναστέναξε πριν απαντήσει «ααααχ, προέκυψεν δια λόγους οικονομίας, αλλά ήτο μεγάλο λάθος, αγαπητέ Ποιητά, μεγάλο σφάλμα σας λέγω, διότι το αποτέλεσμα αυτής της εξελίξεως ναι μεν είναι εποικοδομητικόν δια την οικονομίαν της χώρας, αλλά δια το γένος των ανθρώπων είναι τεράστιον πλήγμα, δεδομένου ότι δεν είμεθα πλέον άνθρωποι αλλά υπερμεγέθη περιττώματα... αχχχ...» Ο Ποιητής δεν ηθέλησε να ακούσει περισσότερα, πήγε στο ξενοδοχείο, μάζεψε τα μπαγκάζια του, έτρεξε στο αεροδρόμιο, έκανε ολόκληρο το μακρύ ταξίδι ανάποδα, έφτασε στην πατρίδα του, έτρεξε γραμμή στο καμπινέ και ξαλάφρωσε από κόπρανα μιας εβδομαδας τουλάχιστον, διαβεβαιώντας τον εαυτό του ότι θα πάψει να ονειρεύεται μακρινά ταξίδια και να γράφει ποιήματα για κώλους.Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010
115. περιμένοντας το μήνυμα
Ο μουσικός περιμένει. Πέρα δώθε βηματίζοντας, περιμένει. Ομίχλη στο σταθμό, οι ράγες του τρένου υγρές κι αυτός περιμένει. Περιμένει το μήνυμα που θα του φέρει το τρένο, αν έρθει. Η πιθανότητα να μην έρθει το τρένο, ούτε καν περνάει απο το νου του. Για πολλές ώρες, σκέφτεται μοναχά το μήνυμα. Το μήνυμα και το τρένο που θα το φέρει. Κάποια στιγμή κουράζεται, αρχίζουν τα πόδια να πονούν -τόσες ώρες ορθός και τόση υγρασία!- και ψάχνει κάπου να καθήσει, αλλά παγκάκι πουθενά, ο σταθμός κλειστός και ο σταθμάρχης απών. Ούτε ένα αυτόματο μηχάνημα, να βρει κάτι να πιεί. Κι αν θελήσει να φύγει με το τρένο που θα περάσει, αν τον καλεί κάπου το μήνυμα, δεν υπάρχει τρόπος να προμηθευτεί εισιτήριο. Ολα κλειστά κι αυτός να βηματίζει πέρα δώθε στην αποβάθρα, να περιμένει μέσα στην ομίχλη. Τι γκαντεμιά! Ούτε τα παπούτσια του δεν μπορεί να δει, τόσο πηχτή ομίχλη. Και τρένο δεν έρχεται. Κοντεύει να απελπιστεί εντελώς, μέχρι που ακούει ένα σφύριγμα. Το τρένο έρχεται. «Επιτέλους!» μουρμουρίζει, προσπαθώντας να διακρίνει το σχήμα του συρμού να μαυρίζει στο βάθος. Το σφύριγμα δυναμώνει, όλο και δυναμώνει, σημάδι πως πλησιάζει το τρένο, το τρένο με το μήνυμα. Το σφύριγμα δυναμώνει τόσο πολύ, που αναγκάζεται να σφραγίσει τα αυτιά με τις παλάμες. Ενα σφύριγμα αλλόκοτο, τσιριχτό. Είναι άραγε τρένο αυτό που σφυρίζει έτσι, σαν να σκίζει τον αέρα; Σφίγγεται στο παλτό του, σηκώνει και το γιακά, βουλώνει καλύτερα τα αυτιά, να μην ακούει αυτό το σκίσιμο. Περιμένει να σταματήσει το τρένο ή, τουλάχιστον, να του πετάξει κάποιος το μήνυμα από ένα παράθυρο. Προσέχει καλά, όσο μπορούν να δουν τα μάτια μέσα από την ασπρίλα της πηχτής ομίχλης. Ο όγκος του συρμού φτάνει στο σταθμό, μαχαιρώνει ξανά και ξανά το ομιχλώδες πέπλο, το κόβει σε χίλια κομμάτια κι αυτός μένει να κοιτάζει -όσο μπορεί να δει- να κοιτάζει το μαύρο θηρίο που σφυράει σαν παλαβό.
Σφυρίζοντας και χωρίς να κόψει ταχύτητα πέρασε το τρένο. Χωρίς να σταματήσει πέρασε σφυρίζοντας, ο ήχος απλώθηκε, χαμήλωσε και χάθηκε μαζί με το τρένο που θα έφερνε το μήνυμα. Τόσες ώρες να περιμένει αδίκως; Θα έρθει πάλι αύριο στο σταθμό, γιατί είναι σίγουρος πως μήνυμα υπάρχει. Εκτός αν το μήνυμα ήταν αυτό το σφύριγμα, αν ήταν ο ήχος που τον ξεκούφαινε και σφράγιζε τα αυτιά να μην ακούει. Τέτοια σκέψη όμως, δεν περνάει απο το νου του, γιατί περιμένει το μήνυμα που θέλει να περιμένει και δεν είναι έτοιμος να δεχτεί οποιοδήποτε μήνυμα. Δεν είναι έτοιμος να πιστέψει πως μήνυμα μπορεί και να μην έρθει, να μην υπάρχει καν. Θα ξανάρθει λοιπόν να περιμένει, δίχως να καταλαβαίνει πως ίσως το μήνυμα μπορεί να είναι ακριβώς αυτό: η αναμονή.
μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz:
Warten auf die Nachricht
Der Musiker wartet. Hin- und hergehend, wartet er. Nebel am Bahnhof, die Schienen feucht und er wartet. Er wartet auf die Nachricht, die der Zug bringt, wenn er denn kommt. Die Möglichkeit dass der Zug nicht kommt, kommt ihm nicht mal in den Sinn. Viele Stunden lang denkt er nur an die Nachricht. Irgendwann wird er müde, seine Füße beginnen zu schmerzen – so viele Stunden auf den Beinen und die Feuchtigkeit! – und er sucht nach einer Sitzgelegenheit, aber keine Bank nirgendwo, der Bahnhof geschlossen und kein Schaffner anwesend. Nicht mal ein Automat, dass er was zu trinken finden könnte. Und wenn er mit dem Zug weg wollte, der vorbei kommt, wenn ihn die Nachricht irgendwohin ruft, kann er nicht mal einen Fahrschein kaufen. Alles geschlossen und er geht am Bahnsteig auf und ab, wartend im Nebel. Was für ein Pech! Nicht mal seine Schuhe kann er sehen, so dicht ist der Nebel. Und kein Zug kommt. Er ist beinahe völlig entmutigt, als er ein Pfeifen hört. Der Zug kommt.
„Endlich!“, murmelt er und versucht, die schwarze Gestalt des Zuges in der Tiefe auszumachen. Das Pfeifen wird lauter, immer lauter, ein Zeichen dafür, dass sich der Zug nähert, der Zug mit der Nachricht. Das Pfeifen wird so laut, dass er sich die Ohren mit den Handflächen zuhalten muss. Ein Pfeifen der anderen Art, schrill. Ist das nun ein Zug, der so zischt, als zerreiße er die Luft? Er verkriecht sich in seinem Mantel, schlägt auch den Kragen hoch, verstopft die Ohren noch besser, um das Zerreißen nicht zu hören. Er wartet darauf, dass der Zug stehen bleibt, oder wenigstens, dass ihm jemand die Nachricht aus einem Fenster wirft. Er gibt gut Acht, so sehr wie es seine Augen in dem Weiß und dem dichten Nebel vermögen. Das Ungetüm von Zug erreicht den Bahnhof, durchschneidet wieder und wieder den nebligen Schleier, schneidet ihn in tausend kleine Teile und er bleibt und sieht – soweit er kann – sieht das schwarze Ungeheuer an, das wie verrückt zischt.
Zischend und ohne Geschwindigkeit zu verlieren ist der Zug vorbei gefahren. Ohne anzuhalten ist er pfeifend vorbeigefahren, der Klang hat sich ausgebreitet, wurde leiser und ist mit dem Zug, der die Nachricht bringen würde, verschwunden. Hat er so viele Stunden umsonst gewartet? Morgen wird er wieder zum Bahnhof kommen, denn er ist sicher, dass es eine Nachricht gibt. Es sei denn die Nachricht wäre dieses Pfeifen, wenn es der Klang wäre, der ihn betäubte, ihn die Ohren verschließen ließ, damit er ihn nicht höre. Ein solcher Gedanke aber taucht nicht in seinem Kopf auf, denn er wartet auf die Nachricht, auf die er warten will und er ist nicht bereit, jedwede Nachricht aufzunehmen. Er ist nicht bereit, zu glauben, dass auch keine Nachricht kommen könnte, dass es vielleicht gar keine gäbe. Er wird also wieder kommen, um zu warten, ohne zu verstehen, dass die Nachricht vielleicht genau diese ist: das Warten.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
