Κάποτε, ο Ποιητής αποφάσισε να κάνει ένα μακρινό ταξίδι, να πάει όσο πιο μακριά γινόταν. Ρώτησε λοιπόν, ποια είναι η πιο μακρινή χώρα κι ένας ταξιδιωτικός πράκτορας του είπε πως είναι η χώρα των Σοφών Κώλων. Μέχρι να τακτοποιήσει τα εισιτήρια τρένων, πλοίων και αεροπλάνων, που θα τον πήγαιναν στη χώρα των ονείρων του, έγραφε ποιήματα για κώλους. Για όμορφους κώλους στρογγυλούς και τσιτωμένους, αλλά και για πισινούς πεσμένους, ζαρουκλιασμένους ή ατροφικούς, για τροφαντά κωλαράκια, αλλά και για μαραμένα οπίσθια. Γέμιζε σελίδες επί σελίδων με γλαφυρά ποιήματα, αλλά και με ολόκληρες ελεγείες και έπη, ιστορώντας με στίχους τους κώλους της φαντασίας του, τόσο που το μυαλό του γέμιζε σκατά χωρίς να το καταλαβαίνει. Το πρόβλημα του Ποιητή ήταν ότι περιεγραφε την εξωτερική εμφάνιση των κώλων και ουδεμία σημασία έδινε στο περιεχόμενό τους, οπότε, το περιεχόμενο εισερχόταν στα κρυφά και στα μουλωχτά και κατελάμβανε θέση μέσα στο νου του Ποιητή, αφού εκείνος προτιμούσε να αρνείται την ύπαρξη του περιεχομένου αυτού. Μετά από αρκετό καιρό, όταν ετοιμάστηκαν όλα τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και ο Ποιητής υπεβλήθει σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, έκανε και τα ειδικά πανάκριβα εμβόλια, ήρθε η πολυπόθητη μέρα της αναχώρησης. Πρώτα μπήκε στο τρένο, όπου, λόγω κεκτημένης συνήθειας, παρατηρούσε τους ανθρώπινους κώλους αντί για τα πρόσωπα. Μιλούσε σε κώλους κοιτάζοντας τους κωλους στα μάτια -τρόπος του λέγειν "μάτια" γιατί ένας κώλος έχει μονάχα ένα μάτι, το οποίο μάλιστα δεν φαίνεται μια και βρίσκεται κάτω απο τα ρούχα. Κατόπιν, μπήκε στο πλοίο, όπου συνέχισε το ίδιο βιολί. Υστερα, έφτασε σε ένα μακρινό αεροδρόμιο, όπου θα ερχόταν το αεροπλάνο να τον μεταφέρει στον τελικό προορισμό του, όπερ και εγένετο. Ετσι, έφτασε μετά από μερικές ώρες στη χώρα των Σοφών Κώλων. Εκεί όμως, δεν υπήρχε κανένας κώλος. Κανένα πλάσμα δεν είχε κώλο. Οι άνθρωποι ήταν άκωλοι εντελώς, μια επιφάνεια επίπεδη ήταν η πίσω όψη τους, και ο Ποιητής αναρωτήθηκε πώς και από πού τάχα να χέζουν. Δεν δίστασε να ρωτήσει έναν περιπτερά ο, φημισμένος για την τόλμη του, Ποιητής: «Δεν μου λέτε παρακαλώ, πώς χέζετε σεις εδώ πέρα;» αλλά ο περιπτεράς αγνοούσε το ρήμα "χέζω" και υπέδειξε στον Ποιητή να απευθυνθεί στον σοφότερο Κώλο της χώρας, ένα γνωστό υπερήλικα ακαδημαϊκό. Θα πάω αύριο να ρωτήσω, σκέφτηκε ο Ποιητής και πήγε στο ξενοδοχείο, να τακτοποιήσει τις βαλίτσες του και να ξεκουραστεί. Στο δωμάτιο, που ήταν κατηγορίας υπερλούξ επτά αστέρων, υπήρχε ένα θαυμάσιο λουτρό με μπανιέρα τζακούτζι, ασπροφουφουλιασμένα μπουρνούζια και πετσέτες προσώπου λινές, αλλά λεκάνη τουαλέτας δεν υπήρχε πουθενά. Χτύπησε το κουδούνι, ήρθε μια καμαριερα -άκωλη κι αυτή, φυσικά- και της υπέδειξε την έλλειψη: «πού είναι η τουαλέτα δεσποινίς;» μα η κοπέλα απόρησε, επειδή δεν είχε ξανακούσει τη λέξη "τουαλέτα". Καλά, σκέφτηκε πάλι ο Ποιητής, θα ρωτήσω αύριο τον σοφότερο Κώλο της χώρας, κι έπεσε για ύπνο, αφού κατούρησε στο νιπτήρα -χέσιμο δεν ήθελε ακόμα, ένεκα η αλλαγή κλίματος. Το πρωί της επόμενης μέρας, επισκέφθηκε τον σοφότερο Κώλο, ένα κύριο γηραλέο αλλά συμπαθέστατο, και τον ρώτησε τα σχετικά. Εψαξε ο σοφός σε κάτι ογκώδη σκωροφαγωμένα βιβλία, και η απάντηση που έδωσε ήταν η εξής: «Εμείς εδώ, όπως ίσως παρατηρήσατε κύριε Ποιητά, δεν διαθέτομεν κώλον, άρα δεν παράγομεν το υποπροϊόν σκατά, άρα δεν χρειαζόμεθα τουαλέτας.» Ο Ποιητής ξαφνιάστηκε αρκετά, αλλά είχε την ψυχραιμία να συνεχίσει τις ερωτήσεις. Στην ερώτηση του Ποιητή «Και πώς ζείτε χωρίς να αποπατείτε;» ο Σοφότερος απάντησε «Εχομεν εξελίξει το γονίδιόν μας τοιουτοτρόπως ώστε να μη χρειάζεται να τρώμε, άρα ούτε και να χέζομεν, αγαπητέ Ποιητά. Εχομεν το πλεονέκτημα έναντι των άλλων ανθρώπων να μη χρειαζόμεθα καν τροφήν δια να ζήσομεν.» Φοβερή οικονομία! κραύγασε από μέσα του, βεβαίως, ο Ποιητής, αποτολμώντας μιαν επιπλέον ερώτηση «Πώς προέκυψε, σεβαστέ σοφότατε Κώλε, αυτή η ανάγκη εξελίξεως του γονιδίου στη χώρα σας;» και ο Σοφότατος αναστέναξε πριν απαντήσει «ααααχ, προέκυψεν δια λόγους οικονομίας, αλλά ήτο μεγάλο λάθος, αγαπητέ Ποιητά, μεγάλο σφάλμα σας λέγω, διότι το αποτέλεσμα αυτής της εξελίξεως ναι μεν είναι εποικοδομητικόν δια την οικονομίαν της χώρας, αλλά δια το γένος των ανθρώπων είναι τεράστιον πλήγμα, δεδομένου ότι δεν είμεθα πλέον άνθρωποι αλλά υπερμεγέθη περιττώματα... αχχχ...» Ο Ποιητής δεν ηθέλησε να ακούσει περισσότερα, πήγε στο ξενοδοχείο, μάζεψε τα μπαγκάζια του, έτρεξε στο αεροδρόμιο, έκανε ολόκληρο το μακρύ ταξίδι ανάποδα, έφτασε στην πατρίδα του, έτρεξε γραμμή στο καμπινέ και ξαλάφρωσε από κόπρανα μιας εβδομαδας τουλάχιστον, διαβεβαιώντας τον εαυτό του ότι θα πάψει να ονειρεύεται μακρινά ταξίδια και να γράφει ποιήματα για κώλους.Παρασκευή, Δεκεμβρίου 17, 2010
116. η χώρα των Σοφών Κώλων
Κάποτε, ο Ποιητής αποφάσισε να κάνει ένα μακρινό ταξίδι, να πάει όσο πιο μακριά γινόταν. Ρώτησε λοιπόν, ποια είναι η πιο μακρινή χώρα κι ένας ταξιδιωτικός πράκτορας του είπε πως είναι η χώρα των Σοφών Κώλων. Μέχρι να τακτοποιήσει τα εισιτήρια τρένων, πλοίων και αεροπλάνων, που θα τον πήγαιναν στη χώρα των ονείρων του, έγραφε ποιήματα για κώλους. Για όμορφους κώλους στρογγυλούς και τσιτωμένους, αλλά και για πισινούς πεσμένους, ζαρουκλιασμένους ή ατροφικούς, για τροφαντά κωλαράκια, αλλά και για μαραμένα οπίσθια. Γέμιζε σελίδες επί σελίδων με γλαφυρά ποιήματα, αλλά και με ολόκληρες ελεγείες και έπη, ιστορώντας με στίχους τους κώλους της φαντασίας του, τόσο που το μυαλό του γέμιζε σκατά χωρίς να το καταλαβαίνει. Το πρόβλημα του Ποιητή ήταν ότι περιεγραφε την εξωτερική εμφάνιση των κώλων και ουδεμία σημασία έδινε στο περιεχόμενό τους, οπότε, το περιεχόμενο εισερχόταν στα κρυφά και στα μουλωχτά και κατελάμβανε θέση μέσα στο νου του Ποιητή, αφού εκείνος προτιμούσε να αρνείται την ύπαρξη του περιεχομένου αυτού. Μετά από αρκετό καιρό, όταν ετοιμάστηκαν όλα τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και ο Ποιητής υπεβλήθει σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, έκανε και τα ειδικά πανάκριβα εμβόλια, ήρθε η πολυπόθητη μέρα της αναχώρησης. Πρώτα μπήκε στο τρένο, όπου, λόγω κεκτημένης συνήθειας, παρατηρούσε τους ανθρώπινους κώλους αντί για τα πρόσωπα. Μιλούσε σε κώλους κοιτάζοντας τους κωλους στα μάτια -τρόπος του λέγειν "μάτια" γιατί ένας κώλος έχει μονάχα ένα μάτι, το οποίο μάλιστα δεν φαίνεται μια και βρίσκεται κάτω απο τα ρούχα. Κατόπιν, μπήκε στο πλοίο, όπου συνέχισε το ίδιο βιολί. Υστερα, έφτασε σε ένα μακρινό αεροδρόμιο, όπου θα ερχόταν το αεροπλάνο να τον μεταφέρει στον τελικό προορισμό του, όπερ και εγένετο. Ετσι, έφτασε μετά από μερικές ώρες στη χώρα των Σοφών Κώλων. Εκεί όμως, δεν υπήρχε κανένας κώλος. Κανένα πλάσμα δεν είχε κώλο. Οι άνθρωποι ήταν άκωλοι εντελώς, μια επιφάνεια επίπεδη ήταν η πίσω όψη τους, και ο Ποιητής αναρωτήθηκε πώς και από πού τάχα να χέζουν. Δεν δίστασε να ρωτήσει έναν περιπτερά ο, φημισμένος για την τόλμη του, Ποιητής: «Δεν μου λέτε παρακαλώ, πώς χέζετε σεις εδώ πέρα;» αλλά ο περιπτεράς αγνοούσε το ρήμα "χέζω" και υπέδειξε στον Ποιητή να απευθυνθεί στον σοφότερο Κώλο της χώρας, ένα γνωστό υπερήλικα ακαδημαϊκό. Θα πάω αύριο να ρωτήσω, σκέφτηκε ο Ποιητής και πήγε στο ξενοδοχείο, να τακτοποιήσει τις βαλίτσες του και να ξεκουραστεί. Στο δωμάτιο, που ήταν κατηγορίας υπερλούξ επτά αστέρων, υπήρχε ένα θαυμάσιο λουτρό με μπανιέρα τζακούτζι, ασπροφουφουλιασμένα μπουρνούζια και πετσέτες προσώπου λινές, αλλά λεκάνη τουαλέτας δεν υπήρχε πουθενά. Χτύπησε το κουδούνι, ήρθε μια καμαριερα -άκωλη κι αυτή, φυσικά- και της υπέδειξε την έλλειψη: «πού είναι η τουαλέτα δεσποινίς;» μα η κοπέλα απόρησε, επειδή δεν είχε ξανακούσει τη λέξη "τουαλέτα". Καλά, σκέφτηκε πάλι ο Ποιητής, θα ρωτήσω αύριο τον σοφότερο Κώλο της χώρας, κι έπεσε για ύπνο, αφού κατούρησε στο νιπτήρα -χέσιμο δεν ήθελε ακόμα, ένεκα η αλλαγή κλίματος. Το πρωί της επόμενης μέρας, επισκέφθηκε τον σοφότερο Κώλο, ένα κύριο γηραλέο αλλά συμπαθέστατο, και τον ρώτησε τα σχετικά. Εψαξε ο σοφός σε κάτι ογκώδη σκωροφαγωμένα βιβλία, και η απάντηση που έδωσε ήταν η εξής: «Εμείς εδώ, όπως ίσως παρατηρήσατε κύριε Ποιητά, δεν διαθέτομεν κώλον, άρα δεν παράγομεν το υποπροϊόν σκατά, άρα δεν χρειαζόμεθα τουαλέτας.» Ο Ποιητής ξαφνιάστηκε αρκετά, αλλά είχε την ψυχραιμία να συνεχίσει τις ερωτήσεις. Στην ερώτηση του Ποιητή «Και πώς ζείτε χωρίς να αποπατείτε;» ο Σοφότερος απάντησε «Εχομεν εξελίξει το γονίδιόν μας τοιουτοτρόπως ώστε να μη χρειάζεται να τρώμε, άρα ούτε και να χέζομεν, αγαπητέ Ποιητά. Εχομεν το πλεονέκτημα έναντι των άλλων ανθρώπων να μη χρειαζόμεθα καν τροφήν δια να ζήσομεν.» Φοβερή οικονομία! κραύγασε από μέσα του, βεβαίως, ο Ποιητής, αποτολμώντας μιαν επιπλέον ερώτηση «Πώς προέκυψε, σεβαστέ σοφότατε Κώλε, αυτή η ανάγκη εξελίξεως του γονιδίου στη χώρα σας;» και ο Σοφότατος αναστέναξε πριν απαντήσει «ααααχ, προέκυψεν δια λόγους οικονομίας, αλλά ήτο μεγάλο λάθος, αγαπητέ Ποιητά, μεγάλο σφάλμα σας λέγω, διότι το αποτέλεσμα αυτής της εξελίξεως ναι μεν είναι εποικοδομητικόν δια την οικονομίαν της χώρας, αλλά δια το γένος των ανθρώπων είναι τεράστιον πλήγμα, δεδομένου ότι δεν είμεθα πλέον άνθρωποι αλλά υπερμεγέθη περιττώματα... αχχχ...» Ο Ποιητής δεν ηθέλησε να ακούσει περισσότερα, πήγε στο ξενοδοχείο, μάζεψε τα μπαγκάζια του, έτρεξε στο αεροδρόμιο, έκανε ολόκληρο το μακρύ ταξίδι ανάποδα, έφτασε στην πατρίδα του, έτρεξε γραμμή στο καμπινέ και ξαλάφρωσε από κόπρανα μιας εβδομαδας τουλάχιστον, διαβεβαιώντας τον εαυτό του ότι θα πάψει να ονειρεύεται μακρινά ταξίδια και να γράφει ποιήματα για κώλους.Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010
115. περιμένοντας το μήνυμα
Ο μουσικός περιμένει. Πέρα δώθε βηματίζοντας, περιμένει. Ομίχλη στο σταθμό, οι ράγες του τρένου υγρές κι αυτός περιμένει. Περιμένει το μήνυμα που θα του φέρει το τρένο, αν έρθει. Η πιθανότητα να μην έρθει το τρένο, ούτε καν περνάει απο το νου του. Για πολλές ώρες, σκέφτεται μοναχά το μήνυμα. Το μήνυμα και το τρένο που θα το φέρει. Κάποια στιγμή κουράζεται, αρχίζουν τα πόδια να πονούν -τόσες ώρες ορθός και τόση υγρασία!- και ψάχνει κάπου να καθήσει, αλλά παγκάκι πουθενά, ο σταθμός κλειστός και ο σταθμάρχης απών. Ούτε ένα αυτόματο μηχάνημα, να βρει κάτι να πιεί. Κι αν θελήσει να φύγει με το τρένο που θα περάσει, αν τον καλεί κάπου το μήνυμα, δεν υπάρχει τρόπος να προμηθευτεί εισιτήριο. Ολα κλειστά κι αυτός να βηματίζει πέρα δώθε στην αποβάθρα, να περιμένει μέσα στην ομίχλη. Τι γκαντεμιά! Ούτε τα παπούτσια του δεν μπορεί να δει, τόσο πηχτή ομίχλη. Και τρένο δεν έρχεται. Κοντεύει να απελπιστεί εντελώς, μέχρι που ακούει ένα σφύριγμα. Το τρένο έρχεται. «Επιτέλους!» μουρμουρίζει, προσπαθώντας να διακρίνει το σχήμα του συρμού να μαυρίζει στο βάθος. Το σφύριγμα δυναμώνει, όλο και δυναμώνει, σημάδι πως πλησιάζει το τρένο, το τρένο με το μήνυμα. Το σφύριγμα δυναμώνει τόσο πολύ, που αναγκάζεται να σφραγίσει τα αυτιά με τις παλάμες. Ενα σφύριγμα αλλόκοτο, τσιριχτό. Είναι άραγε τρένο αυτό που σφυρίζει έτσι, σαν να σκίζει τον αέρα; Σφίγγεται στο παλτό του, σηκώνει και το γιακά, βουλώνει καλύτερα τα αυτιά, να μην ακούει αυτό το σκίσιμο. Περιμένει να σταματήσει το τρένο ή, τουλάχιστον, να του πετάξει κάποιος το μήνυμα από ένα παράθυρο. Προσέχει καλά, όσο μπορούν να δουν τα μάτια μέσα από την ασπρίλα της πηχτής ομίχλης. Ο όγκος του συρμού φτάνει στο σταθμό, μαχαιρώνει ξανά και ξανά το ομιχλώδες πέπλο, το κόβει σε χίλια κομμάτια κι αυτός μένει να κοιτάζει -όσο μπορεί να δει- να κοιτάζει το μαύρο θηρίο που σφυράει σαν παλαβό.
Σφυρίζοντας και χωρίς να κόψει ταχύτητα πέρασε το τρένο. Χωρίς να σταματήσει πέρασε σφυρίζοντας, ο ήχος απλώθηκε, χαμήλωσε και χάθηκε μαζί με το τρένο που θα έφερνε το μήνυμα. Τόσες ώρες να περιμένει αδίκως; Θα έρθει πάλι αύριο στο σταθμό, γιατί είναι σίγουρος πως μήνυμα υπάρχει. Εκτός αν το μήνυμα ήταν αυτό το σφύριγμα, αν ήταν ο ήχος που τον ξεκούφαινε και σφράγιζε τα αυτιά να μην ακούει. Τέτοια σκέψη όμως, δεν περνάει απο το νου του, γιατί περιμένει το μήνυμα που θέλει να περιμένει και δεν είναι έτοιμος να δεχτεί οποιοδήποτε μήνυμα. Δεν είναι έτοιμος να πιστέψει πως μήνυμα μπορεί και να μην έρθει, να μην υπάρχει καν. Θα ξανάρθει λοιπόν να περιμένει, δίχως να καταλαβαίνει πως ίσως το μήνυμα μπορεί να είναι ακριβώς αυτό: η αναμονή.
μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz:
Warten auf die Nachricht
Der Musiker wartet. Hin- und hergehend, wartet er. Nebel am Bahnhof, die Schienen feucht und er wartet. Er wartet auf die Nachricht, die der Zug bringt, wenn er denn kommt. Die Möglichkeit dass der Zug nicht kommt, kommt ihm nicht mal in den Sinn. Viele Stunden lang denkt er nur an die Nachricht. Irgendwann wird er müde, seine Füße beginnen zu schmerzen – so viele Stunden auf den Beinen und die Feuchtigkeit! – und er sucht nach einer Sitzgelegenheit, aber keine Bank nirgendwo, der Bahnhof geschlossen und kein Schaffner anwesend. Nicht mal ein Automat, dass er was zu trinken finden könnte. Und wenn er mit dem Zug weg wollte, der vorbei kommt, wenn ihn die Nachricht irgendwohin ruft, kann er nicht mal einen Fahrschein kaufen. Alles geschlossen und er geht am Bahnsteig auf und ab, wartend im Nebel. Was für ein Pech! Nicht mal seine Schuhe kann er sehen, so dicht ist der Nebel. Und kein Zug kommt. Er ist beinahe völlig entmutigt, als er ein Pfeifen hört. Der Zug kommt.
„Endlich!“, murmelt er und versucht, die schwarze Gestalt des Zuges in der Tiefe auszumachen. Das Pfeifen wird lauter, immer lauter, ein Zeichen dafür, dass sich der Zug nähert, der Zug mit der Nachricht. Das Pfeifen wird so laut, dass er sich die Ohren mit den Handflächen zuhalten muss. Ein Pfeifen der anderen Art, schrill. Ist das nun ein Zug, der so zischt, als zerreiße er die Luft? Er verkriecht sich in seinem Mantel, schlägt auch den Kragen hoch, verstopft die Ohren noch besser, um das Zerreißen nicht zu hören. Er wartet darauf, dass der Zug stehen bleibt, oder wenigstens, dass ihm jemand die Nachricht aus einem Fenster wirft. Er gibt gut Acht, so sehr wie es seine Augen in dem Weiß und dem dichten Nebel vermögen. Das Ungetüm von Zug erreicht den Bahnhof, durchschneidet wieder und wieder den nebligen Schleier, schneidet ihn in tausend kleine Teile und er bleibt und sieht – soweit er kann – sieht das schwarze Ungeheuer an, das wie verrückt zischt.
Zischend und ohne Geschwindigkeit zu verlieren ist der Zug vorbei gefahren. Ohne anzuhalten ist er pfeifend vorbeigefahren, der Klang hat sich ausgebreitet, wurde leiser und ist mit dem Zug, der die Nachricht bringen würde, verschwunden. Hat er so viele Stunden umsonst gewartet? Morgen wird er wieder zum Bahnhof kommen, denn er ist sicher, dass es eine Nachricht gibt. Es sei denn die Nachricht wäre dieses Pfeifen, wenn es der Klang wäre, der ihn betäubte, ihn die Ohren verschließen ließ, damit er ihn nicht höre. Ein solcher Gedanke aber taucht nicht in seinem Kopf auf, denn er wartet auf die Nachricht, auf die er warten will und er ist nicht bereit, jedwede Nachricht aufzunehmen. Er ist nicht bereit, zu glauben, dass auch keine Nachricht kommen könnte, dass es vielleicht gar keine gäbe. Er wird also wieder kommen, um zu warten, ohne zu verstehen, dass die Nachricht vielleicht genau diese ist: das Warten.
Κυριακή, Νοεμβρίου 07, 2010
114. «Μίλα μου για μένα»
Αυτό ακριβώς της είπε Εκείνος, να του μιλάει γι αυτόν, και μετά συμπλήρωσε «κι εγώ θα σου μιλάω για σένα, πόσο καλή είσαι, τί ωραία που μαγειρεύεις, πώς με τρελλαίνουν τα χάδια σου, πώς με ζαλίζει το άρωμα των μαλλιών σου, όλο τέτοια θα σου λέω, όχι για το πώς αισθάνομαι για σένα, αν είμαι ευτυχισμένος μαζί σου, αν σ' αγαπώ και κρυάδες, και μετά πες μου κι εσύ για μένα» κι Εκείνη του είπε «σ' αγαπώ τρελλούτσικε, ό,τι και να μου λες» κι Εκείνος άνοιξε τη μπαλκονόπορτα, βγήκε στο μπαλκόνι, ανέβασε το ενα πόδι στο κάγκελο, πέρασε και το άλλο πόδι και -παφ!- έσκασε στο πεζοδρόμιο σα μπαλόνι γεμάτο νερό, μόνο που δε γέμισε νερά ο δρόμος, αίματα γέμισε, και μια κυρία φώναζε για το καινούργιο της παλτό και ποιος θα την αποζημιώσει κι Εκείνη βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε την κυρία και το παλτό και φώναξε «τί σκούζεις κυρά μου; σιγά το παλτό!» και μετά κατέβηκε κάτω και μαλλιοτραβήχτηκαν κάμποσην ώρα -πάλι αίματα και σάλια- μέχρι που έφτασε το ασθενοφόρο και τις πήρε, επειδή νόμισαν οι τραυματιοφορείς ότι για τις γυναίκες αυτές το είχαν καλέσει, και ο σκασμένος Εκείνος έμεινε λιώμα στις πλάκες και ήρθε ένας οδοκαθαριστής κι έσπρωξε τα κομμάτια στο οδόστρωμα γιατί βαριόταν, και πάτησαν τα κομμάτια τα διερχόμενα οχήματα και τα ισοπέδωσαν όπως κάνουν με τα ψόφια σκυλιά.Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010
113. Μουσική σκόνη
Ο μουσικός παίζει το βιολοντσέλο του με φόντο την πρασινωπή σκόνη του δωματίου, ενώ έξω από τα κλειστά τζάμια περνούν άλογα ξανθά με μακριές ουρές και τροφαντά καπούλια, που σέρνουν άμαξες με χαριτωμένες δεσποινίδες. Ο μουσικός συνεχίζει να παίζει για ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια πολλά, και ο ήχος του οργάνου όλο και μαλακώνει, γίνεται τρυφερός σαν απαλό μπαμπάκι και απορροφά τη σκόνη. Το δωμάτιο γεμίζει φως, πλημμυρίζει ήλιο και θαλπωρή. Τα άλογα συνεχίζουν να περνούν, ολόξανθα και τροφαντά, οι ουρές τους όλο και μακραίνουν και σκουπίζουν τα ρείθρα του δρόμου ρυθμικά, λες και ακούν τον ήχο του βιολοντσέλου. Ο ήχος όμως παραμένει καλά κλεισμένος στο πρώην σκονισμένο δωμάτιο, μέχρι που ο μουσικός σταματά να παίζει, σηκώνεται, τανίζει τους πιασμένους μύες των ώμων και ανοίγει διάπλατα τα τζάμια. Ο ήχος ξεχειλίζει απο το δωμάτιο προς το δρόμο, όπως ο αφρός της μπίρας χύνεται από το ποτήρι προς το λινό τραπεζομάντιλο. Απλώνεται ο ήχος και πνίγει κάθε άλλο ήχο -τον ήχο από τις ροδες των αμαξιών, τον ήχο των τελάληδων και των πραματευτάδων- παρ' όλο που ο μουσικός έχει σταματήσει να παίζει. Ο μουσικός κοιτάζει τα δάχτυλά του. Καταλαβαίνει ότι η σκόνη, που απορροφήθηκε από τον μαλακωμένο ήχο, πέρασε στο δέρμα των δαχτύλων κι αυτά είναι τώρα ζαρωμένα. Χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας, ο μουσικός ανοίγει, μπαίνει ένας νεαρός μουσικός, κλείνει τα τζάμια, κάθεται στη θέση του παλιού μουσικού και αρχίζει να παίζει° βιολοντσέλο, φυσικά. Εξω από τα κλειστά τζάμια περνούν άλογα ξανθά με μακριές ουρές και τροφαντά καπούλια, που σέρνουν άμαξες με χαριτωμένες δεσποινίδες. Ο παλιός μουσικός γίνεται σκόνη και απλώνεται στους πρασινωπούς τοίχους του δωματίου...
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010
112. Χρονικό μιας ανοησίας
Μια μέρα, ο συγγραφέας συνάντησε τυχαία ένα παλιό συμμαθητή του. Καθήσανε στη σκιά της μαρκίζας, έξω από το σαλούν, άναψαν τις πίπες τους, και ο συμμαθητής άρχισε να μιλά σαν από μέσα του:
«Θα το πιώ κι αυτό το ποτήρι, σκέφτηκα τότε και προσπάθησα να τη γυρίσω μπρούμυτα, τουλάχιστο να μη βλέπω τη μούρη της. Εκείνη αντιστάθηκε σθεναρά, κι έτσι έμπηξα το υπέροχο, γλυκό και απαλό κεντρί μου σε μια πέτρινη σχισμάδα. Ξαλάφρωσα. Επειδή ένοιωσα σα να την κατούρησα.
Ταγάρι μου είχε γίνει, αδερφέ μου. Οχι, δεν μου φορτωνόταν και πολύ με ραβασάκια και χαζομάρες, αλλά είχε κυριαρχήσει στη σκέψη μου, με διέλυε η εικόνα της, έτσι ισχυρή και κοροϊδευτική, όπως παρουσιαζόταν μέρα νύχτα στο μυαλό μου. Δεν το αρνούμαι, εγώ την έπλασα αυτή την εικόνα και προσπάθησα να της επιβληθώ με τον τρόπο μου. Την ήθελα χαζή. Δεν αντέχω να μου τη βγαίνουν οι γυναίκες. Κι αυτή, με τη χαλαρή συμπεριφορά της, όλο κι έβγαινε απο πάνω. Ετσι τό 'παιρνα. Οτι ήθελε να μου κάτσει στο σβέρκο. Κι έδωσα ένα τέλος. Οχι την αρχή που θα ήθελε εκείνη, αλλά το τέλος που ήθελα εγώ. Νίκησα; Αμφίβολο, τώρα που το ξανασκέφτομαι ήρεμος. Ηρεμος; Μια κουβέντα είναι. Ντρέπομαι τον εαυτό μου. Περισσότερο επειδή εκείνη δεν άλλαξε στάση απέναντί μου. Με κοιτάζει σαν και πρώτα και δε μπορώ να διακρίνω στο βλέμμα της την απογοήτευση που περίμενα να γεννηθεί εκεί μέσα, στα μαύρα της μάτια. Την ήθελα πληγωμένη ελαφίνα και είναι μια ατάραχη φάλαινα. Γυναίκες... Ακατανόητες ως συνήθως. Εσύ καταλαβαίνεις τίποτα απο δαύτες;»
Ο συγγραφέας σηκώθηκε και, χωρίς να απαντήσει στο μόλις διατυπωμένο ερώτημα, έκανε σήμα αποχαιρετισμού στον παλιό συμμαθητή του και απομακρύνθηκε ήρεμα. Μέσα απο τα δόντια του, ο παλιός συμμαθητής μουρμούρισε «ούτε κι εσύ με κατάλαβες φίλε...» αλλά ο συγγραφέας βρισκόταν πλέον αρκετά μακριά για να τον ακούσει. Είχε χάσει μεν τον παλιό του γνώριμο, τον είχε σιχαθεί μάλλον, αλλά είχε κερδίσει μια ιστορία. Κάπως έτσι βρίσκουν οι συγγραφείς τις ιστορίες τους, ή έρχονται οι ιστορίες και τους βρίσκουν...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
