Ο μουσικός παίζει το βιολοντσέλο του με φόντο την πρασινωπή σκόνη του δωματίου, ενώ έξω από τα κλειστά τζάμια περνούν άλογα ξανθά με μακριές ουρές και τροφαντά καπούλια, που σέρνουν άμαξες με χαριτωμένες δεσποινίδες. Ο μουσικός συνεχίζει να παίζει για ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια πολλά, και ο ήχος του οργάνου όλο και μαλακώνει, γίνεται τρυφερός σαν απαλό μπαμπάκι και απορροφά τη σκόνη. Το δωμάτιο γεμίζει φως, πλημμυρίζει ήλιο και θαλπωρή. Τα άλογα συνεχίζουν να περνούν, ολόξανθα και τροφαντά, οι ουρές τους όλο και μακραίνουν και σκουπίζουν τα ρείθρα του δρόμου ρυθμικά, λες και ακούν τον ήχο του βιολοντσέλου. Ο ήχος όμως παραμένει καλά κλεισμένος στο πρώην σκονισμένο δωμάτιο, μέχρι που ο μουσικός σταματά να παίζει, σηκώνεται, τανίζει τους πιασμένους μύες των ώμων και ανοίγει διάπλατα τα τζάμια. Ο ήχος ξεχειλίζει απο το δωμάτιο προς το δρόμο, όπως ο αφρός της μπίρας χύνεται από το ποτήρι προς το λινό τραπεζομάντιλο. Απλώνεται ο ήχος και πνίγει κάθε άλλο ήχο -τον ήχο από τις ροδες των αμαξιών, τον ήχο των τελάληδων και των πραματευτάδων- παρ' όλο που ο μουσικός έχει σταματήσει να παίζει. Ο μουσικός κοιτάζει τα δάχτυλά του. Καταλαβαίνει ότι η σκόνη, που απορροφήθηκε από τον μαλακωμένο ήχο, πέρασε στο δέρμα των δαχτύλων κι αυτά είναι τώρα ζαρωμένα. Χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας, ο μουσικός ανοίγει, μπαίνει ένας νεαρός μουσικός, κλείνει τα τζάμια, κάθεται στη θέση του παλιού μουσικού και αρχίζει να παίζει° βιολοντσέλο, φυσικά. Εξω από τα κλειστά τζάμια περνούν άλογα ξανθά με μακριές ουρές και τροφαντά καπούλια, που σέρνουν άμαξες με χαριτωμένες δεσποινίδες. Ο παλιός μουσικός γίνεται σκόνη και απλώνεται στους πρασινωπούς τοίχους του δωματίου...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010
113. Μουσική σκόνη
Ο μουσικός παίζει το βιολοντσέλο του με φόντο την πρασινωπή σκόνη του δωματίου, ενώ έξω από τα κλειστά τζάμια περνούν άλογα ξανθά με μακριές ουρές και τροφαντά καπούλια, που σέρνουν άμαξες με χαριτωμένες δεσποινίδες. Ο μουσικός συνεχίζει να παίζει για ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια πολλά, και ο ήχος του οργάνου όλο και μαλακώνει, γίνεται τρυφερός σαν απαλό μπαμπάκι και απορροφά τη σκόνη. Το δωμάτιο γεμίζει φως, πλημμυρίζει ήλιο και θαλπωρή. Τα άλογα συνεχίζουν να περνούν, ολόξανθα και τροφαντά, οι ουρές τους όλο και μακραίνουν και σκουπίζουν τα ρείθρα του δρόμου ρυθμικά, λες και ακούν τον ήχο του βιολοντσέλου. Ο ήχος όμως παραμένει καλά κλεισμένος στο πρώην σκονισμένο δωμάτιο, μέχρι που ο μουσικός σταματά να παίζει, σηκώνεται, τανίζει τους πιασμένους μύες των ώμων και ανοίγει διάπλατα τα τζάμια. Ο ήχος ξεχειλίζει απο το δωμάτιο προς το δρόμο, όπως ο αφρός της μπίρας χύνεται από το ποτήρι προς το λινό τραπεζομάντιλο. Απλώνεται ο ήχος και πνίγει κάθε άλλο ήχο -τον ήχο από τις ροδες των αμαξιών, τον ήχο των τελάληδων και των πραματευτάδων- παρ' όλο που ο μουσικός έχει σταματήσει να παίζει. Ο μουσικός κοιτάζει τα δάχτυλά του. Καταλαβαίνει ότι η σκόνη, που απορροφήθηκε από τον μαλακωμένο ήχο, πέρασε στο δέρμα των δαχτύλων κι αυτά είναι τώρα ζαρωμένα. Χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας, ο μουσικός ανοίγει, μπαίνει ένας νεαρός μουσικός, κλείνει τα τζάμια, κάθεται στη θέση του παλιού μουσικού και αρχίζει να παίζει° βιολοντσέλο, φυσικά. Εξω από τα κλειστά τζάμια περνούν άλογα ξανθά με μακριές ουρές και τροφαντά καπούλια, που σέρνουν άμαξες με χαριτωμένες δεσποινίδες. Ο παλιός μουσικός γίνεται σκόνη και απλώνεται στους πρασινωπούς τοίχους του δωματίου...
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010
112. Χρονικό μιας ανοησίας
Μια μέρα, ο συγγραφέας συνάντησε τυχαία ένα παλιό συμμαθητή του. Καθήσανε στη σκιά της μαρκίζας, έξω από το σαλούν, άναψαν τις πίπες τους, και ο συμμαθητής άρχισε να μιλά σαν από μέσα του:
«Θα το πιώ κι αυτό το ποτήρι, σκέφτηκα τότε και προσπάθησα να τη γυρίσω μπρούμυτα, τουλάχιστο να μη βλέπω τη μούρη της. Εκείνη αντιστάθηκε σθεναρά, κι έτσι έμπηξα το υπέροχο, γλυκό και απαλό κεντρί μου σε μια πέτρινη σχισμάδα. Ξαλάφρωσα. Επειδή ένοιωσα σα να την κατούρησα.
Ταγάρι μου είχε γίνει, αδερφέ μου. Οχι, δεν μου φορτωνόταν και πολύ με ραβασάκια και χαζομάρες, αλλά είχε κυριαρχήσει στη σκέψη μου, με διέλυε η εικόνα της, έτσι ισχυρή και κοροϊδευτική, όπως παρουσιαζόταν μέρα νύχτα στο μυαλό μου. Δεν το αρνούμαι, εγώ την έπλασα αυτή την εικόνα και προσπάθησα να της επιβληθώ με τον τρόπο μου. Την ήθελα χαζή. Δεν αντέχω να μου τη βγαίνουν οι γυναίκες. Κι αυτή, με τη χαλαρή συμπεριφορά της, όλο κι έβγαινε απο πάνω. Ετσι τό 'παιρνα. Οτι ήθελε να μου κάτσει στο σβέρκο. Κι έδωσα ένα τέλος. Οχι την αρχή που θα ήθελε εκείνη, αλλά το τέλος που ήθελα εγώ. Νίκησα; Αμφίβολο, τώρα που το ξανασκέφτομαι ήρεμος. Ηρεμος; Μια κουβέντα είναι. Ντρέπομαι τον εαυτό μου. Περισσότερο επειδή εκείνη δεν άλλαξε στάση απέναντί μου. Με κοιτάζει σαν και πρώτα και δε μπορώ να διακρίνω στο βλέμμα της την απογοήτευση που περίμενα να γεννηθεί εκεί μέσα, στα μαύρα της μάτια. Την ήθελα πληγωμένη ελαφίνα και είναι μια ατάραχη φάλαινα. Γυναίκες... Ακατανόητες ως συνήθως. Εσύ καταλαβαίνεις τίποτα απο δαύτες;»
Ο συγγραφέας σηκώθηκε και, χωρίς να απαντήσει στο μόλις διατυπωμένο ερώτημα, έκανε σήμα αποχαιρετισμού στον παλιό συμμαθητή του και απομακρύνθηκε ήρεμα. Μέσα απο τα δόντια του, ο παλιός συμμαθητής μουρμούρισε «ούτε κι εσύ με κατάλαβες φίλε...» αλλά ο συγγραφέας βρισκόταν πλέον αρκετά μακριά για να τον ακούσει. Είχε χάσει μεν τον παλιό του γνώριμο, τον είχε σιχαθεί μάλλον, αλλά είχε κερδίσει μια ιστορία. Κάπως έτσι βρίσκουν οι συγγραφείς τις ιστορίες τους, ή έρχονται οι ιστορίες και τους βρίσκουν...Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010
111. εισιτήριο άνευ επιστροφής
Οταν κατάλαβε ότι η Μάνα της επιθυμούσε μια κόρη εντελώς διαφορετική από εκείνην, η Βέρα Καλτάκα βρισκόταν στα πρόθυρα του εκατοστού εβδομηκοστού όγδοου θανάτου της. Πιθανότατα η Μάνα να μην επιθυμούσε καν κόρη, αλλά αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στην ικανότητά της να κάνει τη Βέρα να πεθαίνει τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο. Με τη δικαιολογία πως της είχε χαρίσει τη ζωή, της την έπαιρνε όποτε ήθελε και -αν και όταν ήθελε- της την ξανάδινε. Ετσι, η Βέρα ήταν μια γυναίκα άλλοτε πυροβολημένη, άλλοτε στραγγαλισμένη και άλλοτε πνιγμένη. Σπανίως η ζωή της χανόταν με ήρεμο τρόπο, η Μάνα ήταν απόλυτη σε αυτό: «Η ζωή πρέπει να παίρνεται στα ξαφνικά και με βία», έλεγε, «αλλοιώς δεν έχει μεγαλείο η πράξη του θανάτου» και η Βέρα άκουγε τη Μάνα και πέθαινε κάθε τρεις και λίγο όπως η Μάνα όριζε. Για πάρα πολλά χρόνια, ο θάνατος υπερτερούσε της ζωής για τη Βέρα και αυτό σχεδόν την ευχαριστούσε, μια και απώτερος στόχος της ήταν να νοιώθει τη Μάνα ευτυχισμένη. Η Μάνα όμως, ποτέ δεν ευχαριστιόταν ως Μάνα, ούτε ο θάνατος της κόρης τη συγκινούσε, ούτε η ζωή της, κυρίως με τη ζωή της Βέρας ήταν πάντα δυσαρεστημένη. Ο,τι και να έκανε η κόρη, ήταν κακά καμωμένο, κυρίως αν ήταν καμωμένο με πρόθεση την ευχαρίστηση της Μάνας. Αργησε πολύ η Βέρα Καλτάκα να καταλάβει ότι ήταν απολύτως αδύνατο να ευχαριστήσει τη Μάνα με τη ζωή της -πολύ περισσότερο ούτε με τον επαναλαμβανόμενο θάνατό της. Οταν το κατάλαβε όμως, αποφάσισε να μη ξαναπεθάνει για το χατήρι κανενός, τράβηξε κλήρο για τη χώρα όπου η μοίρα την καλούσε, έβγαλε εισιτήριο άνευ επιστροφής και πέταξε για την έρημο. Μάλιστα. Προσευχήσου άνθρωπε, προσευχήσου να μη τύχει ο ίδιος κλήρος και στη Μάνα, γιατί τότε αλί και τρισαλί στην καημένη τη Βέρα, προσευχήσου, να μην αρέσει η έρημος καθόλου στη Μάνα και αν της τύχει αυτός ο κλήρος να τον ακυρώσει. Αμήν.____________________________
η εικόνα απο εδώ
Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010
110. στο περιθώριο
Μια μέρα, ο ωραίος Μεργκαέλ Ωγκαίο ξύπνησε με ένα παράξενο συναίσθημα. Ενοιωθε μια βαθειά βαριεστημάρα, δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όλα τον πίεζαν αφόρητα, ιδίως τα απανωτά τηλεφωνήματα που ζητούσαν τη γνώμη του, τη συμπαράστασή του, τις ευλογίες του. Ακόμα και τα τηλεφωνήματα φίλων, που τον προσκαλούσαν για ένα απεριτίφ, τα έβρισκε ανόητα και άνευ σημασίας. Τί θα μπορούσε πια να συζητήσει μαζί τους; Υπήρχε κάτι που δεν το είχαν αναλύσει διεξοδικά στα τόσα πολλά χρόνια της φιλίας τους; Ετσι, βαδίζοντας προς το λουτρό του λιτού διαμερίσματός του, σκέφτηκε στα σοβαρά να μπεί στο περιθώριο. Ελα όμως που δεν είχε σαφή ιδέα τί σημαίνει περιθώριο! Το φανταζόταν στενό, όπως ακριβώς τα περιθώρια των τετραδίων. Τα τετράδια έχουν δυο περιθώρια, ένα δεξί κι ένα αριστερό. Ποιο έπρεπε να διαλέξει; Μήπως να διάλεγε καλύτερα το περιθώριο ενός κάδρου; Ισως πράγματι να ήταν αυτό το ενδεδειγμένο περιθώριο για την ιδιοσυγκρασία του, ώστε, αν το μετάνοιωνε κάποια στιγμή, να μπορούσε να μεταπηδήσει σύντομα και με άνεση στο κέντρο του κάδρου, να βρεθεί ατάκα κιεπιτόπου ξανά στο επίκεντρο της προσοχής. Μάλιστα. Αυτό ακριβώς έπραξε εκείνο το πρωί, αφού ξυρίστηκε επιμελώς -για τελευταία φορά, πριν περιθωριοποιήσει τον εαυτό του. Μετά την πάροδο μερικών ημερών και αφού τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά, διαπίστωσε με μεγάλη απογοήτευση ότι εξακολουθούσαν να είναι αναγνωρίσιμα το πρόσωπο και το σουλούπι του. Κανείς δεν τον είχε ξεχάσει, ίσα ίσα μάλιστα, μερικοί τον επαινούσαν και θαύμαζαν το νέο του στιλ. «Γαμώτο» έβρισε από μέσα του, σιχτιρίζοντας ταυτόχρονα την έλλειψη άνεσης στα βρισίδια, «τί πρέπει να κάνω ακόμα;» αισθανόμενος την πίεση του περιβάλλοντος να μεγαλώνει, παρόλο που πλέον η πίεση είχε αλλάξει κατεύθυνση και αντί να έρχεται από τα άκρα προς το κέντρο, όπου ήταν η παλιά του θέση, ερχόταν από το κέντρο προς τα άκρα. Αποφάσισε λοιπόν να φορέσει μάσκα, αλλά και μετά από αυτή την κίνηση αντιπερισπασμού η αναγνωρισιμότητα τον κυνηγούσε κατά πόδας. Τον πρόδιδε το κομψό και νευρώδες κορμί του, το αγέρωχο στήσιμο ήταν ακόμα πιο προδοτικό. Τι άλλο να κάνει απο το να προσπαθήσει να αλλάξει αυτά τα γνωρίσματα, από το να παχύνει δηλαδή; Μάλιστα. Καλή ιδέα. Αρχισε να τρώει σαν μανιακός. Κυρίως παγωτά, γλυκά γενικώς, που παχαίνουν γρήγορα. Η ικανοποίηση που έλαβε τρώγοντας όσα είχε στερηθεί μια ζωή, προσπαθώντας να διατηρεί ανέπαφη τη γραμμή της σιλουέττας του, ήταν τεράστια. Τόσο μεγάλη ευτυχία είχε να νοιώσει από τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με τη μεγάλη του αγάπη, τη Βέρα Καλτάκα. Μάλιστα. Οι μπαταρίες του γέμισαν στο φουλ, τόσο που δεν έβλεπε την ώρα να ξαναβρεθεί στο κέντρο του κάδρου της ζωής, το περιθώριο τον στένευε αφόρητα. Δοκίμασε μια, δυο, τρεις, έσπρωξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ήταν αδύνατο να ξαναμπεί στο κάδρο. Εριξε μια ματιά αφ' υψηλού -όπως συνήθιζε να κάνει παλιά, όταν όλοι τον κυνηγούσαν εκλιπαρώντας την προσοχή του- και είδε ότι το κάδρο ήταν πλήρες, δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα, που λένε. Γεμάτο από κομψούς, αγέρωχους, νευρώδεις ανθρώπους, περιτριγυρισμένους από θαυμαστές που εκλιπαρούσαν για συμβουλές, επιβεβαίωση, συμπαράσταση, ευλογίες. Σκέφτηκε τότε με πίκρα ότι αν ήθελε να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του θαυμασμού θα έπρεπε να κάνει αυστηρή δίαιτα, να στερηθεί ένα σωρό πράγματα που τον ευχαριστούσαν, να βάψει τα μαλλιά του που είχαν γκριζάρει στο μεταξύ, να ξυρίσει και την πλούσια γενιάδα, να ξαναφορέσει τα γελοία στενά ρούχα και παπούτσια που ήταν της μόδας -ό,τι φόραγε ο καλός ο κόσμος. Απελπίστηκε. Ηθελε και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Να είναι ο εαυτός του και να τον θαυμάζουν γι αυτό που είναι ο ίδιος και όχι να θαυμάζουν την εικόνα που καλλιεργούσε για χάρη των θαυμαστών. Θα μπορούσε όμως να διακινδυνέψει μια δοκιμή; να δώσει έναν πήδο, να σπάσει το περιθώριο και να βρεθεί ανάμεσα στο παμφάγον πλήθος; Ετσι όπως είχε γίνει τώρα, με τα μαλλιά και τα γένια και με τον τεράστιο όγκο που είχε αποχτήσει; Χωρίς κομψότητα, χωρίς αγέρωχο ύφος και ελαφρύ βάδισμα, σίγουρα θα τον λιντσάριζαν! «Και σιγά που θα τους κάνω τη χάρη!» είπε από μέσα του και αποφάσισε να κάνει το απλούστερο: Να σπρώξει το περιθώριο προς τα έξω, να το φαρδύνει, ώστε να χωράει περισσότερους!Πέμπτη, Ιουλίου 22, 2010
109. αρώματα σε απορρυπαντικά καμπινέδων
________________________
photo: απο τον κηπο της μανας μου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
