Οταν έγινε η έκρηξη στη σήραγγα βάθους 300 μέτρων, ο ανθρακωρύχος πετάχτηκε απότομα προς τα πάνω -σαν να τον έφτυσε ένα φρεάτιο- και βγήκε σώος στο έδαφος. Μάλιστα, στάθηκε όρθιος στα δυο του πόδια, τόσο τυχερός ήταν. Ακόμα στέκεται δίπλα στην κολόνα και βλέπει το τοπίο να καπνίζει και αναρωτιέται τι να τα κάνει τόσα πολλά κάρβουνα. Ολοι σκοτώθηκαν, εργάτες κι αφεντικά, κανείς δεν έμεινε ζωντανός και όλο το κάρβουνο είναι δικό του. Τους συντρόφους του που χάθηκαν, καθόλου δεν τους σκέφτεται. Αυτοί πάνε τώρα, κάπου εκεί στα βαθειά θα μένουν στους αιώνες, πλακωμένοι με χώματα και σίδερα. Αυτός γλίτωσε και αυτό είναι το σημαντικό. Σήμερα. Αύριο, ποιος ξέρει, μπορεί να μη σταθεί τόσο τυχερός, αλλά γι αυτόν αύριο δεν υπάρχει. Μόνο κάρβουνο κατάμαυρο και λιπαρό, κάρβουνο που γυαλίζει σαν το τρίχωμα της μαύρης γάτας που τρίβεται στα πόδια του όταν ανάβει τη σόμπα, με κάρβουνο φυσικά. Η σκέψη της μαύρης γάτας του, σαν να τον ξύπνησε από λήθαργο βαθύ. Μα, πόσες μέρες είχε να πάει σπίτι του να την ταΐσει και να τη χαϊδέψει; Λογάριασε απο μέσα του και βρήκε πως μάλλον είχε περάσει μήνας και βάλε. «Και ειμαι ακόμα ζωντανός;» είπε από μέσα του και ψαχούλεψε το κορμί του. Βρήκε όλα τα μέλη στη θέση τους και ησύχασε, ήταν ζωντανός. Ζωντανός και μόνος με όλο αυτό το κάρβουνο για παρέα, ολόκληρα βουνά από κάρβουνο μαύρο και γυαλιστερό. Πήρε το δρόμο για το σπίτι του, να ξεκουραστεί και να σκεφτεί πιο καθαρά τί είχε συμβεί και τί θα έκανε από δω και πέρα. Οπως πλησίαζε, είδε μια κάτασπρη γάτα να βγαίνει από την πόρτα της αυλής του σπιτιού του...Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010
107. ο ανθρακωρύχος
Οταν έγινε η έκρηξη στη σήραγγα βάθους 300 μέτρων, ο ανθρακωρύχος πετάχτηκε απότομα προς τα πάνω -σαν να τον έφτυσε ένα φρεάτιο- και βγήκε σώος στο έδαφος. Μάλιστα, στάθηκε όρθιος στα δυο του πόδια, τόσο τυχερός ήταν. Ακόμα στέκεται δίπλα στην κολόνα και βλέπει το τοπίο να καπνίζει και αναρωτιέται τι να τα κάνει τόσα πολλά κάρβουνα. Ολοι σκοτώθηκαν, εργάτες κι αφεντικά, κανείς δεν έμεινε ζωντανός και όλο το κάρβουνο είναι δικό του. Τους συντρόφους του που χάθηκαν, καθόλου δεν τους σκέφτεται. Αυτοί πάνε τώρα, κάπου εκεί στα βαθειά θα μένουν στους αιώνες, πλακωμένοι με χώματα και σίδερα. Αυτός γλίτωσε και αυτό είναι το σημαντικό. Σήμερα. Αύριο, ποιος ξέρει, μπορεί να μη σταθεί τόσο τυχερός, αλλά γι αυτόν αύριο δεν υπάρχει. Μόνο κάρβουνο κατάμαυρο και λιπαρό, κάρβουνο που γυαλίζει σαν το τρίχωμα της μαύρης γάτας που τρίβεται στα πόδια του όταν ανάβει τη σόμπα, με κάρβουνο φυσικά. Η σκέψη της μαύρης γάτας του, σαν να τον ξύπνησε από λήθαργο βαθύ. Μα, πόσες μέρες είχε να πάει σπίτι του να την ταΐσει και να τη χαϊδέψει; Λογάριασε απο μέσα του και βρήκε πως μάλλον είχε περάσει μήνας και βάλε. «Και ειμαι ακόμα ζωντανός;» είπε από μέσα του και ψαχούλεψε το κορμί του. Βρήκε όλα τα μέλη στη θέση τους και ησύχασε, ήταν ζωντανός. Ζωντανός και μόνος με όλο αυτό το κάρβουνο για παρέα, ολόκληρα βουνά από κάρβουνο μαύρο και γυαλιστερό. Πήρε το δρόμο για το σπίτι του, να ξεκουραστεί και να σκεφτεί πιο καθαρά τί είχε συμβεί και τί θα έκανε από δω και πέρα. Οπως πλησίαζε, είδε μια κάτασπρη γάτα να βγαίνει από την πόρτα της αυλής του σπιτιού του...Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010
106. το σπυράκι
Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα ατρόμητη, τίποτα δεν την τρομάζει εκτός από τα σπυράκια που φυτρώνουν όταν δεν τα περιμένεις και μάλιστα εκεί ακριβώς όπου δεν τα περιμένεις καθόλου! Ετσι λοιπόν, προχτες το πρωί που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του λουτρού της και είδε στο υπέροχο πρόσωπό της ένα σπυράκι φουσκωμένο και έτοιμο να σπάσει, κόντεψε να λιποθυμήσει από τρομάρα. Μόλις πέρασε το πρώτο σοκ, πήρε ένα μπαμπακάκι και με κυκλωτικές κινήσεις τα κατάφερε να αφαιρέσει όλο το πύον. Το σπυράκι είχε ωριμάσει, που λένε, και δεν πόνεσε καθόλου. Ετσι συμβαίνει με τα ώριμα σπυράκια. Ισως μάλιστα, αν το άφηνε λίγο ακόμα, θα έσπαγε και μονάχο του χωρίς τη δική της πίεση, αν και η πίεση βοηθά να αποβληθεί όλο το πύον και να μη μείνει καθόλου σημάδι στον τόπο όπου υπήρχε το σπυράκι -στο πρόσωπο εν προκειμένω. Αυτό ισχύει γενικώς και όχι μόνο για τα σπυράκια της αξιαγάπητης Βέρας: Οταν φεύγει το πύον, κάθε οργανισμός νοιώθει ξαλαφρωμένος και φρέσκος φρέσκος για νέες περιπέτειες. Περιττεύει να πούμε ότι, αν η Βέρα Καλτάκα δεν έσπαγε το σπυράκι και δεν αφαιρούσε το πύον τη στιγμή ωρίμανσης του προβλήματος, μπορεί το όμορφο πρόσωπό της να γινόταν αγνώριστο και σε λίγο καιρό να χρειαζόταν εγχείριση με αμφίβολα αποτελέσματα. Αν πάλι το έσπαγε νωρίτερα, όταν ήταν ακόμη άγουρο, μπορεί να έμενε ανεξίτηλο σημάδι στο πρόσωπο -ίσως και στην καρδιά της.Τρίτη, Μαΐου 25, 2010
105. ο άνθρωπος κάκτος
Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε πολύ την έρημο και ταξίδευε συχνά σε τόπους μακρινούς για να έχει την ευχαριστηση να τη συναντά και να μένει μόνος μαζί της. Την αγαπούσε τόσο πολύ που μερικές φορές σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να γινόταν κάκτος, ώστε να μείνει για πάντα κοντά της. Σιγά σιγά, με τον καιρό, αγρίεψε το δέρμα και το βλέμμα του, αγρίεψαν οι τρόποι του, δεν ήθελε να μιλά σε κανένα, ένοιωθε πως μόνο η έρημος τον καταλάβαινε. Τα μαλλιά και τα γένια του αγρίεψαν κι αυτά, έγιναν σαν τα αγκάθια του κάκτου. Τότε ήταν που αποφάσισε να πάει στην έρημο και να ζήσει για πάντα εκεί. Ξάπλωσε στην άμμο απολαμβάνοντας ένα μαγικό ηλιοβασίλεμα, ο αγέρας άρχισε να σιγοσφυρίζει το τραγούδι της ερήμου και τον κοίμησε γλυκά. Το πρωί που ξύπνησε, τα πόδια του είχαν ριζώσει στην άμμο και η άμμος τον καταβρόχθιζε αργά αλλά σταθερά, μέχρι που τον κατάπιε ολόκληρον. Στη θέση εκείνη εμφανίστηκε λίγο καιρό αργότερα ένας θεόρατος κάκτος με άγρια αγκάθια, που έμοιαζε με άνθρωπο. Μια φορά, ένα καραβάνι πέρασε από κοντά κι ένας καμηλιέρης πλησίασε τον κάκτο, τον χάραξε με το σουγιά του, ο κάκτος έβγαλε δροσερό νερό, ο καμηλιέρης ξεδίψασε και τον ευχαρίστησε. «Δεν κάνει τίποτα, υποχρέωσή μου να ξεδιψώ τον κόσμο» είπε ο κάκτος, αλλά ο καμηλιέρης δεν παραξενεύτηκε καθόλου. Μάλλον θα είχε ακούσει κι άλλους κάκτους να μιλούν. Αν συναντήσετε ποτέ ένα θεόρατο κακτο στη μέση της ερήμου, να ξέρετε ότι μπορεί να είναι και άνθρωπος, ίσως μάλιστα πολύ περισσότερο άνθρωπος από όσο κάκτος.Σάββατο, Μαΐου 22, 2010
104. κι έπειτα ήρθαν οι κινέζοι...
Τρίτη, Μαΐου 18, 2010
103. το ζουμί
Ο ωραίος Μεργκαέλ έβραζε το ζουμί για πέντε ώρες και, όταν άνοιξε την κατσαρόλα να το δοκιμάσει, έπεσε κάτω από το υπέροχο άρωμα που το ζουμί εξέπεμπε και, όταν άνοιξε τα μάτια, είδε το ζουμί να έχει πλημμυρίσει το μικρό σύμπαν της κουζίνας και, όταν αποφάσισε να σηκωθεί, κατάλαβε πως ήταν κολλημένος στα ζουμιά και, όταν προσπάθησε να ξεκολλήσει, διαπίστωσε πως αυτό ήταν ακατόρθωτο κι έτσι έσκισε τα ρούχα του και σηκώθηκε ολόγυμνος, σερβίρισε το ωραίον ζουμάκι εντός ενός βαθέως πιάτου χρώματος λουλακί και το ρούφηξε ως τον πάτο. «Τελικώς», εσκέφθη ο ωραίος Μεργκαέλ, «καλύτερα να έβραζα στο ζουμί μου, παρά να έβραζα ζουμί» και, κατόπιν αυτής της σκέψεως, εφτερνίσθη και τα ζουμιά εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
