Τετάρτη, Μαΐου 12, 2010

102. η μπιστόλη

«ΚΑΙ τα λεφτά σου ΚΑΙ τη ζωή σου!» σου λέει ο γκάγκστερας με προτεταμένη τη μπιστόλη και συ, τι να κάνεις, σκέφτεσαι «αφού, έτσι κι αλλιώς θα με φάει, ε, ας μη του δώσω φράγκο!» και, στρίβοντας για τον άλλο κόσμο, κρατάς σφιχτά τα πεντόβολα στη τζέπα και βρίσκεσαι λεφτάς στη Μπαράδεισο καρφί στον Αη Πετράν μπροστά και ακούς διαφημίσεις για τράπεζες και «Φτού! και δω τα ίδια!» αναφωνείς από τα μέσα σου και «Ασταδιάλα πού έπεσα!» λες φωναχτά και εκπίπτεις εις τας καζάνους των Κολάσεων και έρχεται ο Οξαπωδός και λέει «Απαγορεύονται αι γεμάται τσέπαι» και ρωτάς «Γιατί;» και απαντά «Δεν χαραμίζωμεν τας καζάνους δια πλουσίους, μην ακούτε τους συκοφάντας» και αναχωρείς και στήνεις τσαρδί για τη πάρτη σου εν τω μέσω των νεφών -ούτως ή άλλως, νεφελωδώς εζούσες και μάλιστα εις περιβάλλον μολυσμένον- και τη βρίσκεις παίζων πεντόβολα εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν, και «Ποιος είσαι!» ακούεται φωνή μεγάλη και «Είμαι ο Καθρέπτης Σου» απαντάς, ουδόλως διακόπτων το ευγενές παίγνιον.

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010

101. το σκουλήκι

Ηταν μια φορά ένα μικρό σκουλήκι που όλο και μεγάλωνε. Κάθε μέρα κι από λίγο μεγάλωνε. Στα χρόνια που πέρασαν από τη στιγμή που το γνώρισα μεγάλωσε παρα πολύ, τόσο που κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι μπορεί να μεγαλώσει ένα μικρο σκουλήκι. Εγινε τεράστιο σαν βόας, μόνο που δεν κατάπινε την τροφή του όπως ο βόας, ούτε την έσφιγγε για να τη σκάσει πριν τη καταπιεί. Μασούλαγε φυλλαράκια δέντρων ή μάλλον τα έλιωνε στο μικρό του στοματάκι σαν σκουλήκι που ήταν, δεν έμαθε ποτέ να τρώει με διαφορετικό τρόπο. Εμαθε όμως άλλα πράγματα χρήσιμα για ένα σκουλήκι μεγάλο, ένα σκουλήκι που κατάφερε να φτάσει σε τεράστιο μέγεθος, δηλαδή, όπως το να πάψει να σέρνεται. Μάλιστα. Κατάφερε να μάθει να ελίσσεται στρεφόμενο προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις, να σκαρφαλώνει σε απίστευτα ύψη, να πηδάει κιόλας σε περίπτωση ανάγκης ή ακόμα και να κολυμπάει σαν ψάρι στο νερό. Το μικρό σκουλήκι κατάφερε να μεγαλώσει τόσο πολύ που ήταν αδύνατο πλέον να το πατήσει κανείς. Επίσης, κατάφερε να μπορεί να σκέφτεται περίπου σαν άνθρωπος και δεν είναι μακριά η στιγμή που θα μπορέσει κιόλας να φορέσει ένα σκούρο κουστούμι -ή μήπως η στιγμή αυτή έχει κιόλας φτάσει χωρίς να το καταλάβω;

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

100. ερωτισμός με σμόκιν

Η ωραία μαρκησία Εψη Εψιλον εκάθητο αραχτή επί τινος ανακλίντρου, επενδεδυμένου μετά βαρυτίμου υφάσματος μπροκάρ, χρώματος κυανού κεκοσμημένου μετά χρυσών αστερίσκων λιλιπουτείου μεγέθους, έμπροσθεν του υπερμεγέθους καθρέπτου της σάλας Τελετών του βρυξελλώδους Μεγάρου και ηυνανίζετο. Πέριξ αυτής, πλήθος ψωλώνων εντός σκελεών παντός τύπου και χρωματισμού -από του ευγενούς σμόκιν μέχρι του τετριμμένου μπλουτζίν- ανέμενον υπομονετικώς το πέρας του αυνανισμού της μαρκησίας Εψης, ίνα λάβωσιν την τιμήν να εισέλθουν εντός του κόλπου αυτής, όσον το δυνατόν βαθύτερον, και εκβάλλουν εν αυτώ το κολλώδες υγρόν των. Η ωραιοτάτη μαρκησία Εψη, ουδεμίαν σημασίαν δίδουσα εις το περιβάλλον αυτής, εμάλαζε τους βύζους εναλάξ, τουτέστιν μία τον εκ δεξιών και μία τον εξ ευωνύμων, και κατόπιν έτριπτε μανιωδώς το αυτής αιδοίον εκβάλλουσα μικράς διεγερτικάς κραυγάς ωσάν παραδείσιον πτηνόν και ωσάν μικρός μόσχος. Ενίοτε, αι κραυγαί αυταί ηκούγοντο και ως ογκανητά, αλλά μόνον από μη εξευγενισμένα ώτα. Επερνούσαν ώραι, ημέραι, μήνες, ολόκληρα έτη, αλλά η σκηνή αυτή εξηκολούθη υφισταμένη ως να ήτο διαρκώς εν τη στιγμή της ενάρξεως αυτής, ως να μη διέβαινεν ο χρόνος, ως η εικών του αυνανισμού της ωραίας αυνανιζομένης Εψης Εψιλον να έμενεν αποκεκρυσταλωμένη εν τη σάλα του βρυξελλώδους Μεγάρου. Οι πέριξ αυτής ψώλωνες ετρωγόπινον του σκασμού, λαμβάνοντες άφθονα και υψηλής γαστριμαργίας φαγητά και ποτά εκ τραπεζών εστολισμένων με άνθη, αναμένοντες το ευτυχές γεγονός του πέρατος του αυτοερωτισμού και της πλήρους διεγέρσεως της ωραίας μαρκησίας, ωσεί παρόντες. Τουτέστιν, ουδείς απετόλμα ούτε να φαντασθεί καν να ενοχλήσει την ωραίαν, έστω λέγοντας «μα τι κάνεις κυρά μου τόσα χρόνια; Μπετόν έγινε ο ψώλων μου πια!» και ο χρόνος εκυλούσεν ομαλώς και αδιαταράκτως, έως την στιγμήν όπου η ωραία Εψη Εψιλον έχυσεν επιτέλους, αλλά εν πλήρει σιγή. Ουδείς αντελήφθη εγκαίρως το πέρας του αυνανισμού και το υγρόν του Κόλπου έρρευσεν εν τοσαύτη αφθονίη, ώστε επλημμύρισεν την σάλαν του βρυξελλώδους Μεγάρου και οι ψώλωνες εσυρρικνώθησαν εν τω άμα. Αι σκελέαι παντός τύπου και χρωματισμού, έτρεχον και δεν έφθανον ουδεμού πανικόβλητοι, αι τράπεζαι αναποδογυρίστηκαν, τα φαγητά και τα ποτά υψηλής γαστριμαργίας επέπλεον εν τω αφρί και, εν τέλει, άπαντες επνίγησαν, εκτός της ωραίας Εψης η οποία ανεδύθη ως νέα Αφροδίτη αναζητώσα νέον περιβάλλον σφριγηλών ψωλώνων.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 15, 2010

099. η Υπογραφή

Ο Ζωγραφος πρόσεχε πολύ τα λογια της Μάνας του και είχε ενστερνιστεί ιδιως αυτο που του έλεγε σχετικά με την υπογραφη και το πουλι. Το πουλι το είχε βάλει μέσα σε ενα κλουβί, αλλά την υπογραφη του δεν ήξερε, δεν μπορούσε να φανταστεί, πού να τη βάλει. Η Μάνα του είναι χρόνια πεθαμένη και ο Ζωγράφος δεν μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της. Η Μάνα του Ζωγράφου είχε γνώμη για όλα τα θέματα και -δυστυχώς- ήταν η μονη σωστή. Ετσι τουλαχιστον πιστευε ο Ζωγραφος -ήταν απόλυτα πεπεισμένος- και για τούτο μάλλον δυσκολευόταν ακόμα να βρει θέση για την υπογραφή του. Το πουλί, ευτυχώς, είχε μπει στο κλουβί όταν η Μάνα του ζούσε ακόμα και δεν είχε φέρει καμμιά αντίρρηση, ισα ίσα ικανοποιήθηκε πολύ που ένα πουλί σαν το δικό του, το πουλί του αγαπημένου της γιου, είχε βρει την απολύτως πρέπουσα θέση, την ιδανική -θα λεγαμε- θέση, σε ένα τρε σικ κλουβί, ούτε πολύ φανταχτερό αλλά ούτε και πολύ ταπεινό, ένα κλουβί κλασσίκ που γνώριζε και μαγειρική και έκανε μάλιστα αυτόματη παραγωγή καναβουριού! Η υπογραφή όμως δεν πρόλαβε να λάβει θέση αρμόζουσα -ούτε καν θέση- πάνω στα έργα του. Εμενε συνήθως στο πίσω μέρος των έργων, μαζί με το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του Ζωγράφου, μη τύχει κάποια παραγγελία εξτρά. Μια φορά, τόλμησε να βάλει μερικές μικρές τζιφρίτσες με στυλο στις γωνιές μερικών πινάκων, αλλά το μετάνοιωσε και τις σκέπασε με μπογιά. Κάποτε, υπέγραψε άνω δεξιά και ένας φίλος του είπε ότι αυτή η θέση χαλά την ισορροπία του πίνακα. Μια γκαλερί του ζήτησε ένα έργο υπογεγραμμένα και το υπέγραψε, αλλά η υπογραφή ήταν τόσο μεγάλη που έκρυβε το μισό έργο και η γκαλερί το γύρισε πίσω με τη παρατήρηση «πρώτα να γίνετε σπουδαίος και μετά να πουλάτε την υπογραφή σας». Τον τελευταίο καιρό, ο Ζωγράφος είχε κουραστεί πάρα πολύ με την αναζήτηση θέσης για την υπογραφή του, δεν κοιμόταν τα βράδια, δεν έτρωγε τα μεσημέρια, κόντευε να ρέψει. Σήμερα το πρωί όμως, όταν βγήκε στον κήπο να μυρίσει ένα μπουμπούκι τσαντσαμινιάς, βρήκε την απόλυτη λύση: Ενα σαλιγκάρι. Απλωσε τα έργα του στο πάτωμα, πήρε το σαλιγκάρι απαλά, το ακούμπησε πάνω τους, κι εκείνο τα υπέγραψε όλα!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

098. εκείνη περπατούσε ξυπόλητη...

Μια μέρα, ο Ποιητής συνάντησε την Οικονομία. Εκείνη, περπατούσε ξυπόλητη πάνω σε αγκάθια και λάσπες, αλλά οι πατουσες της παρέμεναν δροσερές και χαριτωμένες. Ο Ποιητής απόρησε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό θαυμάζοντας το φαινόμενο. Σκέφτηκε μάλιστα να γράψει ένα ποίημα. Για τις δροσερές πατούσες, όχι για την Οικονομία, φυσικά, επειδή οι Ποιητές δεν τα πάνε καθόλου καλά με τη διαχείριση των οικονομικών -αδυνατούν να απασχολήσουν το νου τους με πεζά πράγματα και για τούτο συνέχεια πεινούν- ούτε μπορούν να αντικρύσουν στήλες με αριθμούς -κλείνουν πάντοτε τα μάτια μπροστά στους ισολογισμούς των εταιρειών που δημοσιεύονται στον τύπο. Η Οικονομία πέρασε ξυστά δίπλα του και του έκλεισε το μάτι. Ως γυναίκα ήταν πολύ ωραία, αλλά ως Οικονομία ήταν απεχθής και ο καημένος ο Ποιητής βρέθηκε προ μεγάλου διλήμματος. Να ακολουθήσει την ξυπόλητη γυναίκα ή να αγνοήσει την ξυπόλητη Οικονομία; Και οι δυο (πακέτο σε ένα) ήταν πανέμορφες, με υπέροχα πέλματα, ο Ποιητής ήταν ολίγον τι ποδολάγνος κι έτσι διάλεξε να ακολουθήσει απλώς δυο υπέροχες πατούσες. Εκείνες περπατούσαν σε λάσπες και αγκάθια, όπως είπαμε, αλλά γλιστρούσαν και πάνω σε πάγους και σε λιωμένα χιόνια, ακροβατούσαν και σε πυρακτωμένες λάμες, βυθιζόντουσαν και σε καυτές αμμώδεις ερήμους. Ο Ποιητής ακολουθούσε και τη μια καιγόταν, την άλλη πάγωνε και την άλλη δροσιζόταν. Οι απότομες εναλλαγές της θερμοκρασίας και των τοπίων τον ζάλιζαν σαν να έκανε χρήση δραστικών παραισθησιογόνων ουσιών και καποια στιγμή του πέρασε απο το μυαλό να παρατήσει τη παρακολούθηση. Δεν ήξερε πού θα τον έβγαζε αυτή η περιπέτεια. Σάμπως όμως υπάρχει κάποια περιπέτεια, της οποίας να είναι γνωστό το τέλος; Μια περιπέτεια λέγεται έτσι, επειδή ακριβώς το τέλος της είναι απρόβλεπτο, γιατί αν η κατάληξη είναι γνωστή από την αρχή δεν θα λεγόταν περιπέτεια και δεν θα άξιζε καν να τη ζήσει κανείς. «Μια περιπέτεια ξεκινάς να τη ζεις και όπου σε βγάλει» είπε ο Ποιητης από μέσα του και σταμάτησε στην εκατοστή γωνία. Σταμάτησε επειδή τρομαξε που έπιασε τον εαυτό του, το βαθύτερο εαυτό του, τον ποιητικό, να λογαριάζει, να μετρά τις γωνίες και τις διασταυρώσεις, να μετρά τα βήματά του, να αθροίζει τα βήματα των ξυπόλητων πελμάτων, να τα πολλαπλασιάζει με τις γωνίες, να αφαιρεί τις ερήμους και να διαιρεί με αγκάθια και λασπουριές και παει λέγοντας. Σταμάτησε και για ένα λόγο απλούστερο, που ίσως να ήταν και ο βασικός λόγος της διακοπής: Δεν είχε βρει τρόπο να γράφει ποιήματα με αριθμούς. Βεβαίως, αν συνέχιζε την παρακολούθηση, πιθανότατα να έβρισκε τον τρόπο αυτόν, αλλά τότε θα λεγόταν άραγε ποιητής;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...