«Το μυαλό μοιάζει με όστρακο. Οταν θέλεις να ταΐσεις ένα όστρακο, μη το κάνεις με το ζόρι. Οσο προσπαθείς να το ανοίξεις, τόσο εκείνο σφίγγεται. Θα νομίζει πως δεν θέλεις να το ταΐσεις, αλλά να το φας! Αμα το παραζορίσεις, μπορεί και να σπάσει -το ίδιο ή το μαχαίρι. Αν όμως περιμένεις υπομονετικά, κάποτε θα ανοίξει μόνο του και θα αναζητήσει τροφή. Τότε είναι η στιγμή. Ετσι και το μυαλό. Να δώσεις τροφή μόλις ζητήσει. Οχι πριν και με το ζόρι. Μόλις ζητήσει. Ετσι τρέφεται το μυαλό. Πρόσεξε λοιπόν τι θα κάνεις.» Αυτά είπε το Ψάρι που γνώριζε απο όστρακα. Τετάρτη, Ιουλίου 09, 2008
065. πώς τρέφεται το μυαλό
«Το μυαλό μοιάζει με όστρακο. Οταν θέλεις να ταΐσεις ένα όστρακο, μη το κάνεις με το ζόρι. Οσο προσπαθείς να το ανοίξεις, τόσο εκείνο σφίγγεται. Θα νομίζει πως δεν θέλεις να το ταΐσεις, αλλά να το φας! Αμα το παραζορίσεις, μπορεί και να σπάσει -το ίδιο ή το μαχαίρι. Αν όμως περιμένεις υπομονετικά, κάποτε θα ανοίξει μόνο του και θα αναζητήσει τροφή. Τότε είναι η στιγμή. Ετσι και το μυαλό. Να δώσεις τροφή μόλις ζητήσει. Οχι πριν και με το ζόρι. Μόλις ζητήσει. Ετσι τρέφεται το μυαλό. Πρόσεξε λοιπόν τι θα κάνεις.» Αυτά είπε το Ψάρι που γνώριζε απο όστρακα. Σάββατο, Ιουλίου 05, 2008
064. το ανοιχτήρι της μπίρας
Ο Ζωγράφος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο μαζί με τον Ποιητή, έτσι βρήκε ευκαιρία το Ψάρι να πετάξει όλα τα χρώματα της φαντασίας τους στο βυθό, θέλοντας να εκδικηθεί τα χρωματιστά όνειρά τους.
Ολα αυτά συνέβησαν αληθινά, εκτός από το θέμα της μπίρας. Η Βέρα Καλτάκα ανέκαθεν τη σιχαινόταν και δεν την έβαζε στο στόμα της, άρα δεν ξεκόλλησε ποτέ το ανοιχτήρι από τον πίνακα.
Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008
063. η μπάλα και το βλέμμα
Ακολουθούσε τη μπάλα για μιάμιση ώρα να τρέχει στο χόρτο. Με τα πόδια. Ετρεχε πίσω της, προσπαθούσε να την προλάβει, αλλά δεν τα κατάφερνε. Επειδή κάτι κοντοπόδαροι διαόλοι με κόκκινα δεν την αφήναν να τους ξεφύγει. Ελισσόντουσαν όλοι μαζί σαν ένα φίδι και την κρατούσαν. Μια φορά μάλιστα κατάφεραν να τη στείλουν στο τέρμα της ομάδας του. Εκείνος προσπαθούσε. Με όλη του τη δύναμη προσπαθούσε να την αρπάξει με τα πόδια του από τα πόδια τους, αλλά εκείνη η διεστραμμένη προτιμούσε να μένει δέσμια του πάθους της με τους μπάσταρδους. Εκείνος ήταν όμορφος, ήταν και φαβορί, ήταν και ψηλός και δυνατός. Ο έρωτας όμως βλέπεις έχει δικές του προδιαγραφές και ποια δύναμη μπορεί να τα βάλει μαζί του; Η μπάλα λοιπόν ξέφευγε και έτρεχε μακριά του, λες και τον φλερτάριζε με αυτό τον απαίσιο τρόπο. Σίγουρα, τον προτιμούσε, αλλά ήθελε να τον κουράσει, να τον εξαντλήσει, να τον φτάσει στα όριά του. Ισως για να είναι ο έρωτας ισχυρότερος μετά. Το δυστύχημα είναι πως το τρεχαλητό διαρκεί μόνο μιάμιση ώρα και αυτό μάλλον η μπάλα το αγνοούσε. Οπωσδήποτε τον προτιμούσε, οπωσδήποτε ήθελε να γίνει δική του, να του ανήκει μέχρι την αιωνιότητα, οπωσδήποτε τον γουστάριζε περισσότερο, μόνο που δεν γνώριζε πως υπήρχε όριο στον αγώνα. Ετσι, έμεινε μετά το σφύριγμα της λήξης στα πόδια των νικητών, αυτών των καλλικάντζαρων με τα κόκκινα. Εκείνοι κέρδισαν το κύπελλο κι αυτός έμεινε μόνος και σκεφτικός με την απορία τί να έφταιξε τάχα. Ισως το ότι την κυνηγούσε με τα πόδια και όχι με το βλέμμα. Ισως αυτό ακριβώς να φταίει, το ότι της έδειξε τη δύναμή του, αλλά όχι την ψυχή του. Τώρα που δείχνει με το βλέμμα πόσο την ήθελε, τώρα είναι πια αργά. Είναι αργά και ποιος ξέρει αν θα έχει άλλη ευκαιρία στο μέλλον να την κερδίσει.-->> αν δοκιμάσουμε να βάλουμε στη θέση της μπάλας την ανθρωπότητα και στη θέση του άτυχου ποδοσφαιριστή ένα θεό, μπορεί να λάβουμε απαντήσεις σε αιώνια ερωτήματα...
Σάββατο, Μαΐου 24, 2008
062. Το χαρτάκι
Η συνέχεια του ονείρου διαδραματίστηκε στο άγαλμα του Βύρωνα και ήταν νύχτα. Βρέθηκε πάλι μαζί με τον άντρα των ονείρων της, τον ωραίο Μεργκαέλ Ωγκαίο, αλλά δεν ήταν ψηλός και λεπτός αυτή τη φορά. Είχε κοντύνει και βρισκόταν στο ύψος της. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν και ορίσουν το επόμενο ραντεβού -στο όνειρο πάντα- εκείνη την ώρα ακριβώς, της ήρθε επιθυμία να κατουρήσει και, μια και η κίνηση στη λεωφόρο Αμαλίας ήταν μηδαμινή, αποφάσισε να τα κατεβάσει και να ουρήσει δίπλα στο άγαλμα όπου η Δόξα στεφανώνει το Βύρωνα. Τα ούρα ξεχύθηκαν ποτάμι, δεν ήταν δυνατό να κρυφτεί η πράξη που τόσο την ανακούφισε. Ο Μεργκαέλ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να εξαφανίσει τα κατρουλιά, πήρε μια μεγάλη λεκάνη, τη γέμιζε νερό από ένα μεγάλο σωλήνα σαν εκείνον που βλέπουμε σε παλιές ταινίες να βρίσκεται στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, από όπου έτρεχε άφθονο νερό -στα όνειρα όλα συμβαίνουν- και το έριχνε πάνω στο κίτρινο υγρό που πλημμύριζε το πλατύ πεζοδρόμιο, αλλά τίποτα δεν γινόταν.
Η Βέρα Καλτάκα ένοιωσε ότι είχε πικράνει τον αγαπημένο της, ότι εκείνος ντρεπόταν για λογαριασμό της. Τότε ακριβώς πρόσεξε το μπόι του, που είχε κοντύνει και προχώρησε στην επόμενη ονειρική φάση. Προχώρησε κυριολεκτικά, γιατί πέρασε απέναντι αφήνοντας τον ωραίο Μεργκαέλ να μάχεται τα κατρουλιά και είδε παρκαρισμένη μια ωραία σεβρολέτ του 1955, χρώματος γκρι σουρί -σα να λέμε “ποντικί”. Το μοντέλο αυτό μάγευε ανέκαθεν τη Βέρα Καλτάκα, αντίθετα το μοντέλο του 1959 με εκείνα τα φτερά πεταλούδας στα οπίσθιά του την εξόργιζε. Σκεφτόταν ποιος νοσηρός εγκέφαλος είχε συλλάβει και κάνει πράξη το αποτέλεσμα της φαντασίας του, όταν εκείνη τη στιγμή ακριβώς πέρασε δίπλα της μια σεβρολέτ του 1959, κόκκινη, αλλά με τα φτερά του καπώ της συμμαζεμένα, δεμένα με γυαλιστερά χρώμια στο υπόλοιπο αμαξωμα, σαν ευνουχισμένη. Θύμιζε μοντελάκι τύπου φίατ, μια σεβρολέτ αποδυναμωμένη εντελώς, και τη λυπήθηκε.
Στο νου της ήρθε πάλι το χαρτάκι και η αίσθηση της πολυκαιρίας κόλλαγε νοερά στα δάχτυλά της, η αίσθηση σκόνης ανακατεμένης με ένα σωρό μικρόβια. «Ουτε ένοχος ούτε θύμα», αυτό θα πρέπει να έγραφε το χαρτάκι, αυτό της ταίριαζε και τέλος. Κι αν δεν το έγραφε, αν οι λεξεις αυτές ήταν κατασκεύασμα αποκλειστικά δικό της, δεν είχε καμιά σημασία. Στο κάτω κάτω, ο Μεργκαέλ δεν ήταν μάγος να μαντέψει τι θα ήθελε εκείνη να γράφει το χαρτάκι του, το φυλαγμένο τόσα χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι το χαρτάκι είχε γραφτεί πολύ πριν τη γνωριμία τους.
Παρασκευή, Μαΐου 16, 2008
061. Ρεπορτάζ Χωρίς Τσίνορα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
