Τρίτη, Μαΐου 25, 2010

105. ο άνθρωπος κάκτος

Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε πολύ την έρημο και ταξίδευε συχνά σε τόπους μακρινούς για να έχει την ευχαριστηση να τη συναντά και να μένει μόνος μαζί της. Την αγαπούσε τόσο πολύ που μερικές φορές σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να γινόταν κάκτος, ώστε να μείνει για πάντα κοντά της. Σιγά σιγά, με τον καιρό, αγρίεψε το δέρμα και το βλέμμα του, αγρίεψαν οι τρόποι του, δεν ήθελε να μιλά σε κανένα, ένοιωθε πως μόνο η έρημος τον καταλάβαινε. Τα μαλλιά και τα γένια του αγρίεψαν κι αυτά, έγιναν σαν τα αγκάθια του κάκτου. Τότε ήταν που αποφάσισε να πάει στην έρημο και να ζήσει για πάντα εκεί. Ξάπλωσε στην άμμο απολαμβάνοντας ένα μαγικό ηλιοβασίλεμα, ο αγέρας άρχισε να σιγοσφυρίζει το τραγούδι της ερήμου και τον κοίμησε γλυκά. Το πρωί που ξύπνησε, τα πόδια του είχαν ριζώσει στην άμμο και η άμμος τον καταβρόχθιζε αργά αλλά σταθερά, μέχρι που τον κατάπιε ολόκληρον. Στη θέση εκείνη εμφανίστηκε λίγο καιρό αργότερα ένας θεόρατος κάκτος με άγρια αγκάθια, που έμοιαζε με άνθρωπο. Μια φορά, ένα καραβάνι πέρασε από κοντά κι ένας καμηλιέρης πλησίασε τον κάκτο, τον χάραξε με το σουγιά του, ο κάκτος έβγαλε δροσερό νερό, ο καμηλιέρης ξεδίψασε και τον ευχαρίστησε. «Δεν κάνει τίποτα, υποχρέωσή μου να ξεδιψώ τον κόσμο» είπε ο κάκτος, αλλά ο καμηλιέρης δεν παραξενεύτηκε καθόλου. Μάλλον θα είχε ακούσει κι άλλους κάκτους να μιλούν. Αν συναντήσετε ποτέ ένα θεόρατο κακτο στη μέση της ερήμου, να ξέρετε ότι μπορεί να είναι και άνθρωπος, ίσως μάλιστα πολύ περισσότερο άνθρωπος από όσο κάκτος.

Σάββατο, Μαΐου 22, 2010

104. κι έπειτα ήρθαν οι κινέζοι...

Ο ωραίος Μεργκαέλ έβλεπε ένα όνειρο και ήταν τόσο συνεπαρμένος που δεν άκουσε το ξυπνητήρι να χτυπά. Ηθελε να μείνει στο όνειρό του μέσα και να το απολαμβάνει, έτσι δεν άκουσε ούτε το κουδούνι της εξώπορτας, ούτε το τηλέφωνο που χτυπούσε δαιμονισμένα. Δεν άκουσε ούτε τον ανθοπώλη της γειτονιάς του με τη βροντερή φωνή, ούτε το τρακάρισμα που έγινε στη γωνία έξω από το σπίτι του, ούτε τον πυροβολισμό του γείτονα που αυτοκτόνησε στο διπλανό διαμέρισμα. Ηθελε διακαώς να μένει μεσα στο όνειρό του και δεν άκουσε τη Βέρα Καλτάκα, την αγαπημένη του, που τον φώναζε υστερικά να της ανοίξει γιατί είχε ξεχάσει τα κλειδιά της. Ολοι ανησύχησαν που ο ωραίος Μεργκαέλ δεν άνοιγε τη πόρτα του διαμερίσματός του και φαντάστηκαν τα χειρότερα. Ετσι, η Βέρα Καλτάκα πήρε ένα ταξί κι έτρεξε σπίτι της να πάρει τα κλειδιά της να ανοίξει. Επέστρεψε με το ίδιο ταξί και βρήκε ένα πλήθος να τη περιμένει έξω από τη πολυκατοικία όπου κατοικούσε ο αγαπημένος της. Ανοιξε και κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο, τρέμοντας στη πιθανότητα να αντικρύσει το πτώμα του. Αντί για πτώμα όμως, είδε το Μεργκαέλ κουκουλωμένο μέχρι τα αυτιά να ροχαλίζει μακαρίως, κι έτσι βγήκε σιγοπατώντας από τη κάμαρη μη τυχόν τον ξυπνήσει. Καθησύχασε το πλήθος των ανησυχούντων γειτόνων, έκλεισε την εξώπορτα και πήγε στη κουζίνα να σιάξει ένα τσαγάκι. Σε λίγο «Εσύ είσαι Βέρα;» ακούστηκε η αγουροξυπημένη φωνή του Μεργκαέλ Ωγκαίο «τσάι φτιάχνεις;», η Βέρα του απάντησε «Ναι, από εκείνο που σου αρέσει, με άρωμα γιασεμί» και η μέρα συνεχίστηκε χωρίς άλλα απρόοπτα, εκτός από την άφιξη των κινέζων, που κατέφτασαν ορεξάτοι για τσάι. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν αρκετά φλυτζάνια και η Βέρα Καλτάκα πελάγωσε για μια στιγμή. Πώς θα τους ικανοποιούσε όλους αυτούς; Πού θα σερβίριζε το τσάι; Οι κινέζοι όμως είχαν έρθει οργανωμένοι: καθένας έβγαλε από τη τσέπη του ένα φλυτζάνι κι ένα φακελλάκι και ζήτησαν μόνο λίγο βραστό νερό. Η αλήθεια είναι πως τον επόμενο μήνα κόπηκαν οι παροχές νερού και ηλεκτρικού στο διαμέρισμα του ωραίου Μεργκαέλ, γιατί αδυνατούσε να πληρώσει τα υπέρογκα ποσά των λογαριασμών, πράγμα που δεν τον στενοχώρησε και πολύ, αφού επιτέλους πήγε να συγκατοικήσει με την αγαπημένη του Βέρα. Περνούσαν πολύ ωραία οι δυο τους, σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια, μέχρι που ήρθαν οι κινέζοι...

Τρίτη, Μαΐου 18, 2010

103. το ζουμί

Ο ωραίος Μεργκαέλ έβραζε το ζουμί για πέντε ώρες και, όταν άνοιξε την κατσαρόλα να το δοκιμάσει, έπεσε κάτω από το υπέροχο άρωμα που το ζουμί εξέπεμπε και, όταν άνοιξε τα μάτια, είδε το ζουμί να έχει πλημμυρίσει το μικρό σύμπαν της κουζίνας και, όταν αποφάσισε να σηκωθεί, κατάλαβε πως ήταν κολλημένος στα ζουμιά και, όταν προσπάθησε να ξεκολλήσει, διαπίστωσε πως αυτό ήταν ακατόρθωτο κι έτσι έσκισε τα ρούχα του και σηκώθηκε ολόγυμνος, σερβίρισε το ωραίον ζουμάκι εντός ενός βαθέως πιάτου χρώματος λουλακί και το ρούφηξε ως τον πάτο. «Τελικώς», εσκέφθη ο ωραίος Μεργκαέλ, «καλύτερα να έβραζα στο ζουμί μου, παρά να έβραζα ζουμί» και, κατόπιν αυτής της σκέψεως, εφτερνίσθη και τα ζουμιά εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας.

Τετάρτη, Μαΐου 12, 2010

102. η μπιστόλη

«ΚΑΙ τα λεφτά σου ΚΑΙ τη ζωή σου!» σου λέει ο γκάγκστερας με προτεταμένη τη μπιστόλη και συ, τι να κάνεις, σκέφτεσαι «αφού, έτσι κι αλλιώς θα με φάει, ε, ας μη του δώσω φράγκο!» και, στρίβοντας για τον άλλο κόσμο, κρατάς σφιχτά τα πεντόβολα στη τζέπα και βρίσκεσαι λεφτάς στη Μπαράδεισο καρφί στον Αη Πετράν μπροστά και ακούς διαφημίσεις για τράπεζες και «Φτού! και δω τα ίδια!» αναφωνείς από τα μέσα σου και «Ασταδιάλα πού έπεσα!» λες φωναχτά και εκπίπτεις εις τας καζάνους των Κολάσεων και έρχεται ο Οξαπωδός και λέει «Απαγορεύονται αι γεμάται τσέπαι» και ρωτάς «Γιατί;» και απαντά «Δεν χαραμίζωμεν τας καζάνους δια πλουσίους, μην ακούτε τους συκοφάντας» και αναχωρείς και στήνεις τσαρδί για τη πάρτη σου εν τω μέσω των νεφών -ούτως ή άλλως, νεφελωδώς εζούσες και μάλιστα εις περιβάλλον μολυσμένον- και τη βρίσκεις παίζων πεντόβολα εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν, και «Ποιος είσαι!» ακούεται φωνή μεγάλη και «Είμαι ο Καθρέπτης Σου» απαντάς, ουδόλως διακόπτων το ευγενές παίγνιον.

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010

101. το σκουλήκι

Ηταν μια φορά ένα μικρό σκουλήκι που όλο και μεγάλωνε. Κάθε μέρα κι από λίγο μεγάλωνε. Στα χρόνια που πέρασαν από τη στιγμή που το γνώρισα μεγάλωσε παρα πολύ, τόσο που κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι μπορεί να μεγαλώσει ένα μικρο σκουλήκι. Εγινε τεράστιο σαν βόας, μόνο που δεν κατάπινε την τροφή του όπως ο βόας, ούτε την έσφιγγε για να τη σκάσει πριν τη καταπιεί. Μασούλαγε φυλλαράκια δέντρων ή μάλλον τα έλιωνε στο μικρό του στοματάκι σαν σκουλήκι που ήταν, δεν έμαθε ποτέ να τρώει με διαφορετικό τρόπο. Εμαθε όμως άλλα πράγματα χρήσιμα για ένα σκουλήκι μεγάλο, ένα σκουλήκι που κατάφερε να φτάσει σε τεράστιο μέγεθος, δηλαδή, όπως το να πάψει να σέρνεται. Μάλιστα. Κατάφερε να μάθει να ελίσσεται στρεφόμενο προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις, να σκαρφαλώνει σε απίστευτα ύψη, να πηδάει κιόλας σε περίπτωση ανάγκης ή ακόμα και να κολυμπάει σαν ψάρι στο νερό. Το μικρό σκουλήκι κατάφερε να μεγαλώσει τόσο πολύ που ήταν αδύνατο πλέον να το πατήσει κανείς. Επίσης, κατάφερε να μπορεί να σκέφτεται περίπου σαν άνθρωπος και δεν είναι μακριά η στιγμή που θα μπορέσει κιόλας να φορέσει ένα σκούρο κουστούμι -ή μήπως η στιγμή αυτή έχει κιόλας φτάσει χωρίς να το καταλάβω;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...