Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

095. εκεινη που ετρωγε γυαλια

Ηταν μια γυναίκα που έτρωγε γυαλιά. Δεν ήξερε ότι θα μπορούσε να το κάνει αυτό, να τρώει γυαλιά δηλαδή, αλλά το έμαθε όταν κάποτε, πάνω στα νεύρα της, δάγκωσε ένα λεπτοσκαλισμένο ποτηράκι του ούζου. Τρόμαξε μόλις ένιωσε τα γυαλιά μέσα στο στόμα της, φοβήθηκε πως θα της έκαναν μεγάλη ζημιά και προσπαθούσε μη τυχόν τα καταπιεί. Γυροφέρνοντας πέρα δώθε τα κομμάτια του γυαλιού με τη γλώσσα, τα ένιωσε να σμιλεύονται, να χάνουν τις κοφτερές τους απολήξεις, να γίνονται λεία εντελώς και να μικραίνουν. Στο τέλος, έγιναν μικρές μπαλίτσες σαν χάντρες μαργαριταρένιες. Εφτυσε τότε τις χαντρες στη χούφτα της κι έτρεξε να δαγκώσει μερικά ποτηράκια ακόμα. Είχε απόλυτη ανάγκη από ένα μακρύ μακρύ κολλιέ!

Τρίτη, Ιανουαρίου 12, 2010

094. το φάντασμα του Κολοράντο

Οταν η Βέρα Καλτάκα επισκέφτηκε τη κοιλάδα του Κολοράντο, συνάντησε έναν άνθρωπο μασκαρεμένο σε ινδιάνο. Φορούσε το χαρακτηριστικό κάλυμμα του κεφαλιού, εκείνο με τα φτερά, αλλά από κάτω φόραγε ένα μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το λαιμό κι ένα τριμμένο μπλουτζίν. Στα πόδια δεν φορούσε τίποτα, ήταν ξυπόλητος και αυτό την εντυπωσίασε: «Δεν καίγονται οι πατούσες σας;» τον ρώτησε, αλλά εκείνος απέστρεψε περήφανα το πρόσωπο, έκανε μεταβολή, πέρασε μέσα από ένα βράχο σαν φάντασμα και εξαφανίστηκε. Τότε ακριβώς, η Βέρα Καλτάκα κατάλαβε πως είχε την τιμή να απεύθύνει το λόγο σε κάτι τι ανύπαρκτο. Περισσότερο ανύπαρκτο ακόμα κι από τον ωραίο Μεργκαέλ, που απλώς δεν της έδινε σημασία όταν του μιλούσε.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2009

093. Ο Μεργκαέλ φεύγει από το πανεπιστήμιο

Μια μέρα χειμωνιάτικη, πήρε ο ωραίος Μεργκαέλ των ομματιών του και, κρατώντας την επαγγελματική του τσάντα στο αριστερό χέρι κι ένα μικρό ρολό χαρτιά στο δεξί, βγήκε από το γραφείο και άρχισε να περπατά στους δρόμους του πανεπιστημίου της γειτονιάς του προσπαθώντας να βρει διέξοδο προς τα χωράφια. Η πόλη τον έπνιγε, ακόμα και η πανεπιστημιούπολη που ήταν σχετικά πρασινισμένη με θάμνους και γκαζόν. Αναζητούσε περισσότερο πράσινο, άπλα, αγρούς, χωράφια, να μυρίσει χορτάρι αληθινό, πώς το λένε! Φοιτητές περνούσαν δεξιά κι αριστερά του, μερικά ζευγαράκια στεκόντουσαν να φιληθούνε, άλλοι καθόντουσαν και διάβαζαν σε μέρη σκιερά κι άλλοι λιαζόντουσαν ξαπλωμένοι στα γρασίδια. Ο Μεργκαέλ προχωρούσε χωρίς να βρίσκει δρόμο διαφυγής. Ολο γύρω γύρω τριγυρνούσε. Αρχισε να εκνευρίζεται που τα δρομάκια ήταν τόσο μπερδεμένα κι αναρωτιόταν πώς βρίσκουν οι φοιτητές το δρόμο για το σπίτι τους ή αν παραμένουν σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους φυλακισμένοι μέσα σε αυτή τη φοιτητούπολη. Την ιδέα του ενίσχυσε ο θόρυβος των αλυσίδων που φορούσαν, άλλοι στα χέρια κι άλλοι στο λαιμό. Πρόσεξε ότι μερικοί φορούσαν μικρά αλυσιδάκια στα αυτιά, κάποιοι είχαν τρυπημένες μύτες και γλώσσες. Μια κοπελίτσα με κοντό μπλουζάκι άφηνε να φαίνεται μια αλυσίδα περασμένη στον αφαλό της. «Τι συμβαίνει εδώ μέσα;» έσπαγε το κεφάλι του να δώσει απάντηση. Μετά, αφού σκέφτηκε ότι όλοι αυτοί σίγουρα έβρισκαν τρόπο να βγαίνουν έξω, έτρεξε στη καντίνα, ζήτησε ένα ανοιχτήρι κονσέρβας, τρύπησε το δεξί του αυτί και κρέμασε την αλυσίδα με τα κλειδιά του. Εφυγε χαρούμενος, με τα κλειδιά να ηχούν γλυκά -γκλιν γκλιν γκλιν- και όλα έγιναν πανεύκολα γι αυτόν: ο δρόμος διεξόδου φάνηκε στη πρώτη στροφή, αλλά το παράξενο είναι πως δεν ήθελε πια να φύγει απο εκεί!

Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

092. Ο Κυνηγός των Κουνουπιών

Μια φορά, ο ωραίος Μεργκαέλ συνάντησε έναν που μάζευε κουνούπια. Ηταν, σα να λεμε, κυνηγός κουνουπιών και τα έπιανε με το ίδιο του το αίμα. Καθόταν σε μια ξύλινη πολυθρόνα στην άκρη του δάσους και περίμενε υπομονετικά να σουρουπώσει, γιατί τα κουνούπια τσιμπούν πάντα σούρουπο.

Ηδονιζόταν με τα πρώτα βουΐσματα πλάι στα αυτιά του, μετά άπλωνε νωχελικά τα μέλη για να δεχτούν τις τσιμπιές και, φυσικά, γέμιζε το απαλό του δέρμα από χιλιαδες καντήλες κάθε βράδυ. Οταν σκοτείνιαζε στα γερά, σηκωνόταν και πήγαινε να κοιμηθεί. Η φαγούρα δεν τον ενοχλούσε πολύ, μια και είχε ικανοποιήσει την άλλη του φαγούρα: τρωγόταν να μαζεύει χρήματα! Πούλαγε λοιπόν ένα ευρώ το κουνούπι και με τα λεφτά αυτά αγόραζε κουνουπίδια, που τα πουλούσε κατόπιν στη λαϊκή. Ο άνθρωπος αυτός ήταν μανάβης. Λέμε "ήταν" γιατί πέθανε από σηψαιμία. Τον σκότωσαν τα πολλά τσιμπήματα γιατί, ως γνωστόν, τα λεφτά δηλητηριάζουν και το αίμα -όχι μόνο το μυαλό. Ο ωραίος Μεργκαέλ έμαθε πολλά πράγματα από εκείνη τη συνάντηση, όπως π.χ. να προστατεύει το ευαίσθητο δέρμα του με αντικουνουπικό και να αποφεύγει τους μανάβηδες και τα κουνουπίδια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009

091. στα πλακάκια

Του αρέσει να τη παίρνει στα πλακάκια. Εκείνη δεν λέει όχι, γιατί εκείνος είναι ο Αρχηγός. Η Βέρα Καλτάκα δεν διανοήθηκε ποτέ να του αρνηθεί τίποτα. Μια ζωή σεξ στα όρθια και στα πλακάκια. Με νερό από πάνω να τρέχει ή και στα στεγνά. Σε λουτρά πολυτελών ξενοδοχείων, σε υπόγεια ουρητήρια, οπουδήποτε, αρκεί να υπάρχουν πλακάκια. Μονόχρωμα, κατά προτίμηση. Τα χρωματιστά δεν τα μπορεί ο Αρχηγός. Δεν αγαπά τα χρώματα ούτε τα σχέδια. Τα γκρίζα ειναι η αδυναμία του, ίσως και τα ανοιχτογάλαζα κάπως. Χτες το βράδυ όμως, εκείνη το ξανασκέφτηκε και, όταν της τηλεφώνησε να βρεθούν στη πλατεία για να τη γαμήσει υπογείως, στα δημόσια ουρητήρια, η Βέρα Καλτάκα είπε το πρώτο της όχι. Σήμερα το πρωί βρέθηκε νεκρή. Με σπασμένο κρανίο. Από ένα γκρίζο πλακάκι. Αναζητείται ο δράστης και τα τηλέφωνα του Αρχηγού έχουν πάρει φωτιά.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...