Τρίτη, Απριλίου 18, 2023

153. ήταν ένας σε μια βάρκα

Ηταν ένας σε μια βάρκα. Στη βάρκα υπήρχε ένα καφάσι. Πιθανότατα εκείνος να ήτανε ψαράς και είχε το καφάσι για να βάλει μέσα το μεγάλο ψάρι που θα έπιανε. Η βάρκα όμως είχε μια τρύπα. Εκείνος σήκωσε το καφάσι κι άδειαζε το νερό από το πρωί που ξημέρωσε ίσαμε που ο ήλιος κόντευε να δύσει. Καλύτερα που κοντεύει να βραδιάσει, σκέφτηκε, ίσως τότε να πιαστεί ευκολότερα το μεγάλο ψάρι. Και συνέχισε να αδειάζει το νερό από τη βάρκα. Κάποια στιγμή, πρόσεξε ότι το νερό δεν άδειαζε, η βάρκα έμενε συνεχώς γεμάτη κι όπου νά 'ναι θα βούλιαζε. Πρόσεξε και το καφάσι. Είχε περισσότερα κενά, παρά συμπαγείς επιφάνειες. Ηταν ένα απλό καφάσι και όχι π.χ. ένας κουβάς. Αργά τα κατάλαβε όλ' αυτά, αλλά πάλι καλά που τα κατάλαβε. Ετσι, παράτησε τη βάρκα να βουλιάξει μοναχή της, παράτησε και το μεγάλο ψάρι να κολυμπάει στην ησυχία του και βούτηξε! Ητανε καλός κολυμβητής κι έφτασε γρήγορα στη στεριά. Μόλις πάτησε το πόδι του στο έδαφος, σκέφτηκε ότι θα του ταίριαζε το κολύμπι, καλύτερα από το ψάρεμα. 

Αφού ξεκουράστηκε μερικές μέρες, αποφάσισε να πάει ξανά στη θάλασσα, απλώς για να κολυμπήσει αυτή τη φορά. Χωρίς βάρκα, χωρίς σύνεργα ψαρικής, φορώντας μόνο το μαγιό του. Μόλις ανοίχτηκε στα βαθειά, ήρθε το ψάρι το μεγάλο και τον συνάντησε κι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι!
--------------
ΣΗΜ. η φωτο απο το National Geographic και ευχαριστω τον @ΚαπαΜοιρης που την εστειλε στην ομαδα @Always the Sun / f/b

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2023

152. βζιιινγκ!

μια φορά, ήτανε μια μύγα που πέταγε εκνευριστικά κι ενοχλούσε κάποιον. Τον ενοχλούσε πολύ, κι όσο εκείνος την έδιωχνε τόσο η μύγα πετάριζε εκνευριστικά. Βζιιιινγ βζιιιινγκ! Ξέρεις τώρα πώς είναι οι άτιμες οι μύγες. Οταν η μύγα λοιπόν κάθισε στο μάγουλό του, πήρε το πρώτο πράγμα που βρήκε πρόχειρο και τη χτύπησε δυνατά. Τόσο δυνατά τη χτύπησε, που έσπασε το κεφάλι του.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 04, 2021

151. κροκόδειλος


μια φορά, ήταν ένας τύπος πολύ φοβιτσιάρης που φοβότανε μεταξύ άλλων και τον κρόκο των αυγών κι έτσι τον πήγε η μάνα του στον ψυχίατρο για να του δώσει κανα χάπι εναντίον του φόβου αλλά ο ψυχίατρος σήκωσε τα χέρια ψηλά γιατί ο ασθενής δεν ήταν απλώς δειλός: ήταν κροκόδειλος!

Τετάρτη, Αυγούστου 18, 2021

150. το κορίτσι της λάμπας

Υπάρχει ένα κορίτσι που ζει μέσα σε μια λάμπα. Οχι λάμπα πετρελαίου από τις παλιές. Σε μια λάμπα κανονική, ηλεκτρικό λαμπτήρα που λένε. Εξω από τη λάμπα ζει ο υπόλοιπος κόσμος και βλέπει το κορίτσι να κάνει κούνια στο νήμα πυρακτώσεως. Οταν η λάμπα είναι αναμμένη, η θερμοκρασία του νήματος φτάνει τους 2.600° Κελσίου.
Το κορίτσι της λάμπας είναι τόσο παγωμένο που η θερμοκρασία αυτή απλώς ζεσταίνει λιγουλάκι την καρδιά της, γιατί, αν και δεν το δείχνει έχει καρδιά. Παγωμένη καρδιά όταν η λάμπα είναι σβυστή. Χλιαρή καρδιά όταν η λάμπα ανάβει. Η θερμοκρασία εξαρτάται και από το ποιος ανάβει τη λάμπα. Η λάμπα ανάβει συνήθως τα βράδια. Την ημέρα μόνο κατά λάθος μπορεί να ανάψει. 
Το κορίτσι συχνά δυσκολεύεται να κοιμηθεί, εξαιτίας του ακατάστατου ωραρίου αναβοσβυσίματος και θα ήθελε να μπορεί να κανονίζει μοναχό του το πρόγραμμα "άναψε-σβύσε". Θα ήθελε να την ακούσει κάποιος απέξω, αλλά αυτό είναι αδύνατο, λόγω του κενού αέρος μέσα στη λάμπα. Οσο και να φωνάζει, δεν ακούει κανείς. Οταν το κατάλαβε αυτό, έπαψε να ξελαρυγγιάζεται. 
Θα μου πεις τώρα «μα αυτο το κορίτσι δεν τρώει; κι αφού βρίσκεται μέσα σε κενό αέρος πώς ανασαίνει;» και σου λέω «ιδέα δεν έχω! ίσως το κορίτσι της λάμπας να γεννήθηκε μέσα στη λάμπα και να έχει συνηθίσει» και μου ξαναλές «μα πώς μπορεί να γεννήθηκε μέσα στη λάμπα; η μάνα της πώς τα κατάφερε και μπήκε εκειμέσα να τη γεννήσει;» και σκέφτομαι ότι μάλλον το κορίτσι είναι παιδί της λάμπας, αλλά δεν στο λέω. Είναι κάτι που το καταλαβαίνει κανείς μόνος του. Και φυσικά δεν τρώει: χορταίνει με θερμότητα και φως.

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2018

149. όλα με το μυαλό

ο Εκείνος μίλαγε μυστηριωδώς, το βλέμμα απλανές βεβαίως, στηλωμένο κάπου πέρα από τον τοίχο ή και μέσα στον τοίχο, θα σε γελάσω, μπορεί να κατέγραφε κιόλας τις τρύπες των τούβλων ή να ζύγιζε την ποιότητα του κονιάματος νοερώς, όλα με το μυαλό, αυτή όμως ήταν η στάση που γοήτευε τις γυναίκες, λέγαν μέσα τους -γιατί απέξω τους επιφωνήματα και αναστεναγμούς μονάχα επέτρεπαν στον εαυτό τους- "μα τί έξυπνος, τι πνευματώδης" και "άραγε πόση να την έχει" ή "θα καταφέρω να τον φτιάξω" άλλα με θαυμαστικό κι άλλα με ερωτηματικό, αλλά εκείνος δεν ενέδιδε ποτέ σε κυρίες θαυμάστριες γιατί ήξερε καλά ότι ο θαυμασμός είναι κάτι τι περαστικό, σαν ασθένεια "περαστικά σας" που λένε, και του ήταν αρκετό να ψωνίζουν τα βιβλία του και να τα διαδίδουν στόμα με στόμα στις παρέες τους, είχε φυσικά τον καημό το δικό του, μια εξεζητημένη συνάδελφο που δεν του καθότανε με τίποτα και η οποία ακολουθούσε τη δική του συνταγή γοητείας επακριβώς, μονάχα που η Εκείνη του κοίταζε το ταβάνι
____________
ΣΗΜ. γράφτηκε πριν από λίγο στο f/b

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2017

148. πατριωτικό

γεννήθηκα με αστραγάλους μπλε -με θάλασσα βαφτήκαν ανεξίτηλα- περπάταγα εκεί όπου το κύμα σκάει
αστράφταν οι μικρές μου γάμπες καθώς έτρεχα -εκτυφλωτικά λευκές μικρές αστραπές- Ελλάδα με βαφτίσαν και μου πάει!
(πατριωτικό)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2017

147. ο τρυφερόψυχος Εκείνος

Εκείνος φοράει μάσκα για να κρύβει την άγρια φυσιογνωμία του, που κρύβει μια ψυχή πιο τρυφερή κι από την καρδιά ενός μαρουλιού -σύμφωνα με τη σχετική διαφήμιση. Θέλει να προστατεύει την ψυχή του από αδηφάγα βλέμματα και αδηφάγους ανθρώπους. Μια φορά που ξεχάστηκε και δεν φόρεσε τη μάσκα του, κάποιος τσίμπησε λίγη από την ψυχή του και τη δοκίμασε και του άρεσε και κόντεψε να την καταβροχθίσει ολόκληρη! Από τότε, βγάζει τη μάσκα του μοναχά όταν πέφτει για ύπνο, εκτός κι αν κοιμάται με συντροφιά. Μερικές φορές, φυλάγεται ακόμα και στα όνειρά του. Σπάνια βλέπει τον εαυτό του πλέον χωρίς μάσκα και κοντεύει να ξεχάσει το σχήμα του δικού του προσώπου. Μόνο το βλέμμα του ξεχωρίζει πίσω από τις λεπτές σχισμές με τις ζωγραφισμένες βλεφαρίδες.
Εκείνος, λοιπόν, έχει αποφασίσει να μην ερωτευτεί ποτέ πια, γιατί ο έρωτας πονάει πολύ και, κάθε φορά, του κλέβει λίγη από την τρυφεράδα της ψυχής και στο τέλος θα τον αφήσει άψυχο και σκληρό κι αυτό δεν το θέλει, καθόλου δεν το θέλει. Οσο κι αν η τρυφερή του ψυχή επιθυμεί να δοθεί σε Εκείνη, που ονειρεύεται να τη συναντήσει και εκτός ονείρων, εξακολουθεί να φοβάται την στιγμή γιατί το ξέρει καλά πως Εκείνη θα τον φάει χωρίς να μπορέσει να της αντισταθεί.

Σάββατο, Απριλίου 29, 2017

146. πώς χάνεται ο νους


σε μια χώρα μακρινή, ο Αρχοντας έβγαλε διαταγή να χαμογελούν οι υπήκοοί του για να του φτιάχνουν το κέφι και όποιος συλλαμβανόταν να μη χαμογελά τον εκτελούσαν επιτόπου.. και μια μέρα έπεσε πολύ χιόνι στη χώρα αυτή και τα χαμόγελα παγώσαν στα πρόσωπα επάνω.. και τότε ο Αρχοντας άλλαξε τη διαταγή του.. ζητούσε να μη χαμογελά κανείς και κρέμαγαν επιτόπου όποιον συλλαμβανόταν να χαμογελά.. μέχρι που πάγωσε ο Αρχοντας και τότε όλοι σκάσανε στα γέλια

Δευτέρα, Απριλίου 17, 2017

145. νεραντζάνθια


ο δρόμος μοσχοβόλαγε νεραντζάνθια κι Εκείνος δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε να περπατεί εκεί νυχτιάτικα και να μαγεύεται από την ευωδιά, μέχρι που τον έπιασε νύστα και χάρηκε πάρα πολύ που επιτέλους τα κατάφερε να νυστάξει μετά από μεγάλη περίοδο αϋπνίας, τόσο πολύ χάρηκε που ξενύχτησε για να το γιορτάσει!

Τρίτη, Αυγούστου 18, 2015

144. μια ζωή τρώγοντας ξύλο!

 "Θα φας ξύλο!" τον απειλούσε η μάνα, ο πατέρας, ο δάσκαλος.. κι Εκείνος φοβόταν.. τρόμαζε πολύ.. και μια μέρα το πήρε απόφαση: θα έτρωγε ξύλο μοναχός του!
και μίκρυνε, μίκρυνε, μίκρυνε πολύ.. κι έγινε ένα μικρούτσικο σκουληκάκι και μπήκε στο ξύλινο πόδι του τραπεζιού κι έφαγε ξύλο με την ψυχή του! Γνώρισε και μια τσαχπίνα μικρούτσικη σκουληκίτσα και παντρευτήκαν κι έκαναν πολλά πολλά όμορφα μικρούτσικα σκουληκάκια.
Ολα τα μικρούτσικα σκουληκάκια, εκεί μέσα στο ξύλινο πόδι του τραπεζιού, τρώγανε ξύλο, και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί έζησαν καλύτερα, έχοντας εξασφαλίσει το ξύλο της χρονιάς τους!

Δευτέρα, Αυγούστου 17, 2015

143. Εκείνη και ο ύπνος της

"Χάρισέ μου τον ύπνο σου" της είπε κι εκείνη έπεσε ξερή στην αγκαλιά του. Κοιμήθηκε αμέσως σαν πουλάκι, επειδή της το ζήτησε, επειδή του είχε εμπιστοσύνη, επειδή τον αγαπούσε, όλα αυτά μαζί.. κι από εκείνη τη στιγμή κοιμόταν χαμένη μέσα σε έναν ύπνο χαρισμένο από Εκείνη προς Εκείνον. Σπάνια, αραιά και που, σηκωνόταν σαν υπνωτισμένη και φρόντιζε την επιβίωσή της, να τσιμπήσει κάτι, να πλυθεί, και μετά ξαναχανόταν σε έναν ύπνο μακάριο, απελευθερωμένο από όνειρα, γιατί το όνειρό της είχε εκπληρωθεί: ήταν δική του, ήταν δική του ολόκληρη, σώμα και ψυχή και σκέψεις, ακόμα και ο ύπνος της ήταν πλέον δικός του.

Εκείνος, έμενε ξύπνιος και την έβλεπε με αγαλίαση πόσο ήρεμα κοιμόταν και ηρεμούσε το μέσα του, ο ύπνος της δρούσε ευεργετικά στη δική του πίεση, εξαφάνιζε το καθημερινό του στρεσσάρισμα στη δουλειά, παντού. Εφτανε μια στιγμούλα να φέρει το ήρεμο κοιμισμένο της πρόσωπο στο νού του και αμέσως ένοιωθε άλλος άνθρωπος, ξεκούραστος και με νέες αναδυόμενες δυνάμεις για ζωή, χωρίς να κλείνει μάτι βέβαια. Είχε ρέψει μεν σωματικά, αλλά το μυαλό του δούλευε ρολόι. Γερνούσε δίχως να το καταλαβαίνει.

Εκείνη, απλώς κοιμόταν κι όσο κοιμόταν τόσο έδειχνε πιο νέα και πιο όμορφη -ο ύπνος ομορφαίνει τη γυναίκα, όπως λένε, και είναι αλήθεια. Δεν έδειχνε όμως μονάχα: γινόταν πράγματι ωραιότερη και νεότερη και αυτή η μετατροπή τρόμαζε Εκείνον που δεν ήξερε πια τί να κάνει. Την είδε να γίνεται έφηβη, να περνά στην παιδική ηλικία, να ξαναγίνεται μωρό, διστάζοντας να την ξυπνήσει.

Οταν έφτασε στο σημείο να πρέπει να της αλλάζει πάνες, ε, δεν κρατήθηκε και την ξύπνησε με ένα απαλό φιλάκι και τότε έγινε το θαύμα! Εκείνη ξύπνησε μαχμουρλίδικα, άνοιξε τα ματάκια της, έσκασε ένα χαμογελάκι και... μεγάλωσε ξαφνικά! Ηρθε στη δική του ηλικία, έγινε αγνώριστη στα μάτια του γιατί δεν είχε το χρόνο Εκείνος να παρακολουθήσει την ωρίμανσή της. Ετσι, της έδωσε πίσω τον ύπνο της και θα έτρεχε ασθμαίνων να βρει τον ύπνο κάποιας άλλης, αν Εκείνη, τώρα που είχε μάθει το κόλπο, δεν του ζήταγε να της χαρίσει το δικό του ύπνο. Ε, καιρός ήταν!

Σάββατο, Απριλίου 11, 2015

142. ψάχνοντας το Σήμα

Μια φορά, ήταν ένας που έψαχνε να βρει ένα Σήμα. Μέσα στο μυαλό του έψαχνε να το βρει. Πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του ψάχνοντάς το, ψάχνοντας το Σήμα που θα τού 'δινε έμπνευση να δημιουργήσει κάτι τι μεγάλο, κάτι σπουδαίο, κάτι ανεπανάληπτο, κάτι που δεν θα είχε παρουσιαστεί στον κόσμο μέχρι τη στιγμή εκείνη, τη στιγμή της ανακάλυψης του Σήματος, δηλαδή. Και περνάγαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, κι αυτός καθόταν κι έψαχνε. Εψαχνε σε όλες τις γωνίες του τετράγωνου μυαλού του -ήταν λογικός άνθρωπος, για τούτο και το μυαλό τετράγωνο. Εψαχνε και στις καμπύλες της φαιάς ουσίας του, επειδή καλλιεργούσε και την ενσυναίσθησή του -συνειδητά.
Εψαχνε λοιπόν εκείνος, έψαχνε και ξανάψαχνε για πολλά χρόνια, κι έφτασε σε βαθειά γεράματα ψάχνοντας, μέχρι τη στιγμή που ασυναίσθητα -πέρα από λογική κι ενσυναίσθηση- τσεκάρησε τα ψώνια της ημέρας με ένα ακόμα φευγαλέο "ν", κατά τη συνήθειά του, και...
Η λύση του αινίγματος, η ανακάλυψη η μεγάλη, το πολυπόθητο Σήμα, το Σήμα το δικό του, το κατάδικό του ήταν εκεί, μπροστά του, και τον περιγελούσε. Ηταν μπροστά στα μάτια του τόσα χρόνια και δεν τό 'βλεπε! Το Σήμα αυτό, που βρισκόταν πάνω σε χαρτιά και χαρτάκια, πότε χαραγμένο γερά με χέρι σταθερό και πότε ξέθωρο με χέρι τρεμάμενο, συχνά ζωγραφισμένο ανεπαίσθητα με διάφορα χρώματα, με στυλό, με μαρκαδόρο ή με μολύβι, είχε διαλέξει εκείνην ακριβώς τη στιγμή να φανερωθεί!
Τώρα πια, δρόμοι πολλοί ανοίγονταν μπροστά του. Θα φτιάξει επιτέλους το σούπερ προϊόν του και θα βάλει πάνω του το μοναδικό του Σήμα, το δικό του Σήμα, το Σήμα που θα σημαίνει πως «ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ» ή «ΑΥΤΟ ΕΓΩ ΤΟ ΕΦΤΙΑΞΑ ΜΕ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΕΜΠΝΕΥΣΗ».
Σκέφτηκε να αρχίσει αμέσως να παράγει διάφορα αθλητικά είδη, μπλούζες, άνορακ, παπούτσια, ρακέττες για τέννις, μπάλες, σκουφιά, καπελάκια... η φαντασία του άρχισε να οργιάζει!
Τόση πολλή φαντασία και τόσο αχαλίνωτη, ενέσκηψε απότομα στο κεφάλι του, που το μυαλό του, το κοκκαλωμένο ίσαμε τώρα σε μια μοναδική σκέψη, την έρευνα για το Σήμα, δηλαδή, τά 'παιξε κανονικά και ο καημένος ο ανθρωπάκος τα κακάρωσε από βαρύ εγκεφαλικό.
Τουλάχιστον πήγε ευτυχισμένος, πριν προλάβει να διαπιστώσει ότι το Σήμα αυτό ήταν ήδη κατωχυρωμένο από πασίγνωστη εταιρεία αθλητικών ειδών εδώ και κάμποσες δεκαετίες...
_________________
ΣΗΜ. το τέλος που είχα σκεφτεί να δώσω στην ιστοριούλα είναι να τινάζει τα πέταλα ο ερευνητής του Σήματος βουτηγμένος στην απογοήτευση, μόλις θα ανακάλυπτε ότι το Σήμα αυτό υπήρχε ήδη στην αγορά και ο ίδιος δεν το είχε πάρει χαμπάρι, ετσι όπως ήταν κλεισμένος στο καβούκι του και αφοσιωμένος στο ψάξιμο... αλλά τον λυπήθηκα το φουκαρατζίκο και φρόντισα να τον αποτελειώσω μέσα σε πελάγη ευτυχίας!

Τρίτη, Απριλίου 08, 2014

140. ο άνθρωπος-ηφαίστειο

Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που κατάπινε το μυαλό του. Από λίγο κάθε μέρα. Σιγά σιγά, το κατάπιε όλο και, όπως έμεινε το κρανίο αδειανό, άρχισε να μαλακώνει, τα κόκκαλα να γίνονται λεπτά και εύθραυστα, μια και δεν είχαν τίποτε να προστατέψουν.
Ετσι, κατακάθιζαν αργά αργά και βούλιαζαν προς τα κάτω, κι ο άνθρωπος έγινε σαν ηφαίστειο -στη θέση του κεφαλιού ένας κρατήρας- και μια μέρα έκανε ένα ΜΠΑΜ και εξερράγη.
Η καφτή λάβα τινάχτηκε προς τον ουρανό κατακόρυφα, η λάμψη της άστραψε και θάμπωσε τον ήλιο, η ζέστη έκαψε τα λιβάδια και τα ζώα που βοσκούσαν. Μετά, η λάβα πάγωσε, η στάχτη λίπανε το χώμα, ο άνθρωπος-ηφαίστειο κοιμήθηκε βαθειά. Σήμερα κοιμάται ακόμα και ονειρεύεται μια καινούργια έκρηξη μήπως ξαναβρεί το μυαλό του.
 
________________
ΣΗΜ. κι αυτό το κείμενο ανέβηκε πρώτη φορά εδω, στις 17/6/2007. Σήμερα το ξαναβρήκα, βρήκα και μια ταιριαστή εικόνα και το τοποθετώ σε αρμόζουσα θεσούλα!



μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz:

Es war einmal ein Mensch, der sein Hirn herunterschluckte. Jeden Tag ein bisschen. Langsam aber sicher verschluckte er es ganz und so wie sein Schädel leer blieb, begann er aufzuweichen, seine Knochen wurden dünn und zerbrechlich, hatten sie doch nichts mehr, was sie beschützen sollten. So fielen sie langsam in sich zusammen und sanken nach unten und der Mensch wurde wie ein Vulkan – an Stelle seines Kopfes ein Krater – und eines Tages machte es BAMM und er explodierte.
Die heiße Lava sprang senkrecht gen Himmel, ihr Schein blitzte und trübte die Sonne, die Hitze verbrannte die Felder und die weidenden Tiere. Dann erstarrte die Lava, die Asche düngte den Boden und der Mensch-Vulkan schlief tief. Heute schläft er immer noch und träumt von einem neuen Ausbruch bei dem er vielleicht wieder zu Verstand kommt.

139. ο άνθρωπος με το μισό μάτι

Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που κοίταζε με μισό μάτι. Οταν ένας άνθρωπος χρειάζεται δυο μάτια ώστε να έχει πλήρη όραση και με ένα μάτι έχει όραση μισή, εκείνος όλα τα έβλεπε στο μισό του μισού, δηλαδή είχε ικανότητα να βλέπει μόνο το ένα τέταρτο των πραγμάτων.

Σιγά σιγά, θέλοντας να αναπληρώσει την αδυναμία του, άρχισε να πιστεύει πως η δική του όραση ήταν πλήρης και πως οι άλλοι απλώς έβλεπαν περισσότερα από όσα ήταν επιτρεπτά. Επομένως, όπως έλεγε στον εαυτό του και στους ομοίους του, οι πολλές οπτικές γωνίες των πραγμάτων είναι ένα σοβαρό μειονέκτημα επειδή μπερδεύουν τον άνθρωπο με την υπερανεπτυγμένη όραση, την όραση των δύο ματιών.

Οσο περνούσαν τα χρόνια, η θεωρία του ανθρώπου με το μισό μάτι διαδόθηκε με διάφορους τρόπους, και την ασπάστηκαν άνθρωποι με νου χαλαρό και τεμπέλικο, καθώς και άνθρωποι οι οποίοι νόμιζαν ότι κάνουν οικονομία δυνάμεων με το να μην απασχολούν όλες τις δυνατότητες της όρασής τους. Επίσης, υπήρξαν πάρα πολλοί άνθρωποι που, αν και καταλάβαιναν τη σκοπιμότητα που κρυβόταν πίσω της, αδιαφόρησαν για τη θεωρία αυτή και, με την αδιαφορία τους, την άφησαν να εξαπλωθεί.

Ο άνθρωπος με το μισό μάτι έγραψε πολλούς τόμους βιβλίων όπου εξυμνούσε την αξία της περιοριστικής δύναμης του μισού ματιού, άνοιξε κλινικές όπου γινόντουσαν εγχειρήσεις εκβολής οφθαλμών, ανέδειξε νόμους υπέρ των εξειδικευμένων στην οφθαλμοεξόρυξη ιατρών, οργάνωνε εκστρατείες κοπής διαφόρων πραγμάτων στα τέσσερα, ώστε να ικανοποιούν όσους βλέπαν με μισό μάτι.

Μετά από αιώνες, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να βγάζουν οι άνθρωποι τα μάτια τους, το βλέμμα του μισού ματιού έγινε συνείδηση και κατάφερναν να βλέπουν με μισό μάτι και οι άνθρωποι που διατηρούσαν ανέπαφα και τα δυο τους μάτια, αρκεί να το ήθελαν. Ο άνθρωπος με το μισό μάτι είχε καταφέρει να προσδιορίσει το μέλλον της ανθρωπότητας.
______________________
ΣΗΜ. ακόμα μια μεταφορά από εδω, μια και το κείμενο που γράφτηκε στις 17/6/2007 ταιριάζει εδωπέρα... Πέτυχα κι ένα ωραίο σκιτσάκι!

138. αυτός που αγαπούσε πολύ τη γλώσσα του

Μια φορά, ήταν ένας που πρόσεχε πολύ τη γλώσσα του. Την αγαπούσε πολύ και για τούτο την προστάτευε ως κόρην οφθαλμού, που λένε. Σιγά σιγά, όλο και λιγότερο μιλούσε, όλο και λιγόστευαν οι φίλοι γύρω του, όλο και πιο παράξενος γινόταν. Ενοιωθε ότι η γλώσσα του κινδύνευε και ότι η καθημερινή της χρήση ήταν ήδη μια μεγάλη αποκοτιά.

Μια μέρα, αποφάσισε να πάψει να την εκθέτει εντελώς και σταμάτησε να μιλά. Ετσι, άρχισε να τρέφεται με σωληνάκια από τη μύτη, ώστε να μην ανοίγει καν το στόμα του. Εφερνε που και που τη γλώσσα του ίσαμε τα χείλη, αλλά γρήγορα την έχωνε ξανά μέσα στη στοματική κοιλότητα φοβούμενος μια απότομη κίνηση που θα μπορούσε να της αποκόψει κάποιο μικρό κομμάτι.

Χαιρόταν πάντως που την ένοιωθε ζωντανή, να κλωθογυρνά ανάμεσα στις μασέλες του, ώσπου του πέσαν' όλα τα δόντια. Δεν στενοχωρέθηκε καθόλου, καθώς δεν τα χρησιμοποιούσε ούτε για να τραφεί αλλά ούτε και για να χαμογελάσει. Ο νους του και όλες του οι δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη διαφύλαξη της γλώσσας.

Οταν το στόμα του γέμισε μούχλα, όταν σάπισαν εσωτερικά τα μάγουλα και ο ουρανίσκος, όταν η γλώσσα έμεινε αγκυλωμένη από την ακινησία σαν υπέρβαρη δυσκίνητη χελώνα, αυτή η γλώσσα που έμοιαζε στα νιάτα της με χέλι ευέλικτο και σαύρα χορευταρού, τότε κατάλαβε πολλά ο άνθρωπος αυτός για την αγάπη της γλώσσας.

Ηταν όμως αργά όταν αποφάσισε να τη βγάλει ξανά στη γύρα, να δείξει τα κάλλη της σε φίλους και αγνώστους, να θαμπώσει με την ομορφιά της τον κόσμον όλο. Ηταν αργά γιατί η γλώσσα που υπεραγαπούσε και προστάτευε τόσα χρόνια με πόνο ψυχής, η γλώσσα για χάρη της οποίας είχε αποστερηθεί φίλους και απολαύσεις, η γλώσσα αυτή δεν μιλιόταν πια από κανένα. Κανείς δεν την καταλάβαινε πια αυτή τη γέρικη γλώσσα που μύριζε μούχλα και σαπίλα.

Αυτός που αγαπούσε τόσο πολύ τη γλώσσα του, δεν κατάλαβε ότι η γλώσσα είναι κάτι τι ζωντανό, κάτι που ομορφαίνει και πλουτίζει όσο χορεύει και τριγυρνά στον κόσμο. Δεν κατάλαβε ότι μια γλώσσα φυλακισμένη δεν αργεί να πεθάνει, να νεκρωθεί.

Γυρνά ακόμα ανάμεσά μας ο άνθρωπος αυτός, τον βλέπουμε εδώ κι εκεί να προσπαθεί να αρθρώσει κάποιες λέξεις στριφογυρίζοντας την άχαρη δυσκίνητη γλώσσα του ανάμεσα σε άδειες μασέλες, φτύνοντας σάλια δεξιά ζερβά. Κανείς δεν τον καταλαβαίνει και όλοι τον αποφεύγουν. Είναι εκείνος που σκότωσε από αγάπη.
___________________________
ΣΗΜ. Αντίθετα από αυτό που συμβαίνει στις υπόλοιπες αναρτήσεις, πρώτα βρήκα το κείμενο που είχα γράψει εδω στις 20 Ιουνίου 2007 και μόλις σήμερα έψαξα και βρήκα την εικόνα που το συνοδεύει και το ξαναανέβασα, επειδή νομίζω πως ταιριάζει καλύτερα εδώ μέσα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

137. η τρικλοποδιά

Της τό 'χε πει ξεκάθαρα και απειλητικά ο κομματάρχης της περιοχής «κάποτε θα σου βάλω τρικλοποδιά» και δεν το ξέχασε, ούτε εκείνη το είχε ξεχάσει και τον απέφευγε, όταν τον έβλεπε να την πλησιάζει έφευγε μακριά του τρέχοντας σχεδόν, μέχρι τη βραδιά του μεγάλου χορού του κόμματος, κομματόσκυλα και κομματάρχες από ολόκληρη τη χώρα είχαν συρρεύσει και διαγωνιζόντουσαν χορεύοντας με κόμματους, κι εκείνη κόμματος ήταν τότε -θεοκόμματος μάλιστα- και όλοι οι παρευρισκόμενοι της ζήτησαν να χορέψει μαζί τους και όλοι γράφτηκαν στη λίστα της, εκτός από τον απειλητικό κομματάρχη που δεν τον έβλεπε πουθενά και είπε μέσα της «δόξα σοι ο θεός, θεέ μου» αλλά λίγο πριν κλείσει η αίθουσα και μπεί ταμπελάκι στην είσοδο «το μαγαζί συμπληρωμένο, δεν χωράει άλλος» εκείνος πρόλαβε και μπήκε ατσαλάκωτος και αρειμάνιος με πράσινη γραββάτα και με ασπίδα προσώπου ένα πλαστικό μουστάκι κατάμαυρο, μια γοητεία βγαλμένη κατευθείαν από την κόλαση, και της ήταν αδύνατο να αντισταθεί στην απαίτησή του να τη χορεύει μόνο αυτός ίσαμε να ξημερώσει και -ανάμεσα στα βαλσάκια, στα τανγκά και στα τσιφτετέλια- δεν τη γλίτωσε την τρικλοποδιά. Το παράξενο είναι ότι εκείνος ήταν που έπεσε τελικά.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011

136. ένα μικρό χαρούμενο γατάκι

Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.

Σάββατο, Αυγούστου 20, 2011

135. θέλω να μου κλείσεις τα μάτια

«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί.

Κυριακή, Ιουλίου 17, 2011

134. την έβλεπε να βγαίνει από το νερό

Εκείνος καθόταν και την έβλεπε να βγαίνει. Εβγαινε, όλο έβγαινε, για πολλές ώρες έβγαινε από το νερό. Δεν την είχε δει να μπαίνει στη θάλασσα. Απο τη στιγμή που έφτασε στην παραλία και κάθησε στο βραχάκι, την έβλεπε να βγαίνει. Εβγαινε ολόγυμνη. Ηταν ολόγυμνη με το χαμόγελο ψηλά και τα χέρια απλωτά, σαν νά 'θελε ν' αγγίξει τα σύννεφα, να τα χώσει όλα στην αγκαλιά της. Λέμε "σαν", γιατί τα σύννεφα ήταν πίσω της. Μόνο ο ήλιος έδυε μπροστά της. Κυριολεκτικά έδυε. Εδυε με όλες τις σημασίες. Εβγαινε, λοιπόν, όλο έβγαινε μέσα από το νερό κι οι στάλες οι αλμυρές δεν στάζαν, επειδή είχαν στεγνώσει όλες πάνω της -τόσο αργά έβγαινε. Ενα περπάτημα σταγόνα σταγόνα. Ισως να πρόσεχε μη τυχόν ταράξει τα νερά ο βηματισμός της. Ενα περπάτημα ιεροτελεστία. Εκείνος την κοίταζε άπληστα, κολλημένος στο βράχο του, για ώρες πολλές. Σκέφτηκε να σημαδέψει τη στιγμή κι έβγαλε αργά κι αθόρυβα τη μηχανή από το τσαντάκι. Στο πρώτο κλικ εκείνη μαζεύτηκε, έσκυψε το κεφάλι, τα μαλλιά πέσαν μπρος, μάζεψε τα χέρια, σκέπασε τα στήθη. Το δεύτερο κλικ είναι αυτό που φαίνεται εδώ. Η πρώτη λήψη κάηκε από το φως της. Ο άντρας έπαψε να κοιτάζει και η γυναίκα έκανε μεταβολή και χάθηκε στα βαθειά.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...