
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 17, 2010
116. η χώρα των Σοφών Κώλων

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010
115. περιμένοντας το μήνυμα

«Επιτέλους!» μουρμουρίζει, προσπαθώντας να διακρίνει το σχήμα του συρμού να μαυρίζει στο βάθος. Το σφύριγμα δυναμώνει, όλο και δυναμώνει, σημάδι πως πλησιάζει το τρένο, το τρένο με το μήνυμα. Το σφύριγμα δυναμώνει τόσο πολύ, που αναγκάζεται να σφραγίσει τα αυτιά με τις παλάμες. Ενα σφύριγμα αλλόκοτο, τσιριχτό. Είναι άραγε τρένο αυτό που σφυρίζει έτσι, σαν να σκίζει τον αέρα; Σφίγγεται στο παλτό του, σηκώνει και το γιακά, βουλώνει καλύτερα τα αυτιά, να μην ακούει αυτό το σκίσιμο. Περιμένει να σταματήσει το τρένο ή, τουλάχιστον, να του πετάξει κάποιος το μήνυμα από ένα παράθυρο. Προσέχει καλά, όσο μπορούν να δουν τα μάτια μέσα από την ασπρίλα της πηχτής ομίχλης. Ο όγκος του συρμού φτάνει στο σταθμό, μαχαιρώνει ξανά και ξανά το ομιχλώδες πέπλο, το κόβει σε χίλια κομμάτια κι αυτός μένει να κοιτάζει -όσο μπορεί να δει- να κοιτάζει το μαύρο θηρίο που σφυράει σαν παλαβό.
Σφυρίζοντας και χωρίς να κόψει ταχύτητα πέρασε το τρένο. Χωρίς να σταματήσει πέρασε σφυρίζοντας, ο ήχος απλώθηκε, χαμήλωσε και χάθηκε μαζί με το τρένο που θα έφερνε το μήνυμα. Τόσες ώρες να περιμένει αδίκως; Θα έρθει πάλι αύριο στο σταθμό, γιατί είναι σίγουρος πως μήνυμα υπάρχει. Εκτός αν το μήνυμα ήταν αυτό το σφύριγμα, αν ήταν ο ήχος που τον ξεκούφαινε και σφράγιζε τα αυτιά να μην ακούει. Τέτοια σκέψη όμως, δεν περνάει απο το νου του, γιατί περιμένει το μήνυμα που θέλει να περιμένει και δεν είναι έτοιμος να δεχτεί οποιοδήποτε μήνυμα. Δεν είναι έτοιμος να πιστέψει πως μήνυμα μπορεί και να μην έρθει, να μην υπάρχει καν. Θα ξανάρθει λοιπόν να περιμένει, δίχως να καταλαβαίνει πως ίσως το μήνυμα μπορεί να είναι ακριβώς αυτό: η αναμονή.
μετάφραση στα γερμανικά από την Gerrit Monnartz:
Warten auf die Nachricht
Der Musiker wartet. Hin- und hergehend, wartet er. Nebel am Bahnhof, die Schienen feucht und er wartet. Er wartet auf die Nachricht, die der Zug bringt, wenn er denn kommt. Die Möglichkeit dass der Zug nicht kommt, kommt ihm nicht mal in den Sinn. Viele Stunden lang denkt er nur an die Nachricht. Irgendwann wird er müde, seine Füße beginnen zu schmerzen – so viele Stunden auf den Beinen und die Feuchtigkeit! – und er sucht nach einer Sitzgelegenheit, aber keine Bank nirgendwo, der Bahnhof geschlossen und kein Schaffner anwesend. Nicht mal ein Automat, dass er was zu trinken finden könnte. Und wenn er mit dem Zug weg wollte, der vorbei kommt, wenn ihn die Nachricht irgendwohin ruft, kann er nicht mal einen Fahrschein kaufen. Alles geschlossen und er geht am Bahnsteig auf und ab, wartend im Nebel. Was für ein Pech! Nicht mal seine Schuhe kann er sehen, so dicht ist der Nebel. Und kein Zug kommt. Er ist beinahe völlig entmutigt, als er ein Pfeifen hört. Der Zug kommt.
„Endlich!“, murmelt er und versucht, die schwarze Gestalt des Zuges in der Tiefe auszumachen. Das Pfeifen wird lauter, immer lauter, ein Zeichen dafür, dass sich der Zug nähert, der Zug mit der Nachricht. Das Pfeifen wird so laut, dass er sich die Ohren mit den Handflächen zuhalten muss. Ein Pfeifen der anderen Art, schrill. Ist das nun ein Zug, der so zischt, als zerreiße er die Luft? Er verkriecht sich in seinem Mantel, schlägt auch den Kragen hoch, verstopft die Ohren noch besser, um das Zerreißen nicht zu hören. Er wartet darauf, dass der Zug stehen bleibt, oder wenigstens, dass ihm jemand die Nachricht aus einem Fenster wirft. Er gibt gut Acht, so sehr wie es seine Augen in dem Weiß und dem dichten Nebel vermögen. Das Ungetüm von Zug erreicht den Bahnhof, durchschneidet wieder und wieder den nebligen Schleier, schneidet ihn in tausend kleine Teile und er bleibt und sieht – soweit er kann – sieht das schwarze Ungeheuer an, das wie verrückt zischt.
Zischend und ohne Geschwindigkeit zu verlieren ist der Zug vorbei gefahren. Ohne anzuhalten ist er pfeifend vorbeigefahren, der Klang hat sich ausgebreitet, wurde leiser und ist mit dem Zug, der die Nachricht bringen würde, verschwunden. Hat er so viele Stunden umsonst gewartet? Morgen wird er wieder zum Bahnhof kommen, denn er ist sicher, dass es eine Nachricht gibt. Es sei denn die Nachricht wäre dieses Pfeifen, wenn es der Klang wäre, der ihn betäubte, ihn die Ohren verschließen ließ, damit er ihn nicht höre. Ein solcher Gedanke aber taucht nicht in seinem Kopf auf, denn er wartet auf die Nachricht, auf die er warten will und er ist nicht bereit, jedwede Nachricht aufzunehmen. Er ist nicht bereit, zu glauben, dass auch keine Nachricht kommen könnte, dass es vielleicht gar keine gäbe. Er wird also wieder kommen, um zu warten, ohne zu verstehen, dass die Nachricht vielleicht genau diese ist: das Warten.
Κυριακή, Νοεμβρίου 07, 2010
114. «Μίλα μου για μένα»

Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010
113. Μουσική σκόνη

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010
112. Χρονικό μιας ανοησίας
Μια μέρα, ο συγγραφέας συνάντησε τυχαία ένα παλιό συμμαθητή του. Καθήσανε στη σκιά της μαρκίζας, έξω από το σαλούν, άναψαν τις πίπες τους, και ο συμμαθητής άρχισε να μιλά σαν από μέσα του:
«Θα το πιώ κι αυτό το ποτήρι, σκέφτηκα τότε και προσπάθησα να τη γυρίσω μπρούμυτα, τουλάχιστο να μη βλέπω τη μούρη της. Εκείνη αντιστάθηκε σθεναρά, κι έτσι έμπηξα το υπέροχο, γλυκό και απαλό κεντρί μου σε μια πέτρινη σχισμάδα. Ξαλάφρωσα. Επειδή ένοιωσα σα να την κατούρησα.
Ταγάρι μου είχε γίνει, αδερφέ μου. Οχι, δεν μου φορτωνόταν και πολύ με ραβασάκια και χαζομάρες, αλλά είχε κυριαρχήσει στη σκέψη μου, με διέλυε η εικόνα της, έτσι ισχυρή και κοροϊδευτική, όπως παρουσιαζόταν μέρα νύχτα στο μυαλό μου. Δεν το αρνούμαι, εγώ την έπλασα αυτή την εικόνα και προσπάθησα να της επιβληθώ με τον τρόπο μου. Την ήθελα χαζή. Δεν αντέχω να μου τη βγαίνουν οι γυναίκες. Κι αυτή, με τη χαλαρή συμπεριφορά της, όλο κι έβγαινε απο πάνω. Ετσι τό 'παιρνα. Οτι ήθελε να μου κάτσει στο σβέρκο. Κι έδωσα ένα τέλος. Οχι την αρχή που θα ήθελε εκείνη, αλλά το τέλος που ήθελα εγώ. Νίκησα; Αμφίβολο, τώρα που το ξανασκέφτομαι ήρεμος. Ηρεμος; Μια κουβέντα είναι. Ντρέπομαι τον εαυτό μου. Περισσότερο επειδή εκείνη δεν άλλαξε στάση απέναντί μου. Με κοιτάζει σαν και πρώτα και δε μπορώ να διακρίνω στο βλέμμα της την απογοήτευση που περίμενα να γεννηθεί εκεί μέσα, στα μαύρα της μάτια. Την ήθελα πληγωμένη ελαφίνα και είναι μια ατάραχη φάλαινα. Γυναίκες... Ακατανόητες ως συνήθως. Εσύ καταλαβαίνεις τίποτα απο δαύτες;»

Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010
111. εισιτήριο άνευ επιστροφής

____________________________
η εικόνα απο εδώ
Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010
110. στο περιθώριο

Πέμπτη, Ιουλίου 22, 2010
109. αρώματα σε απορρυπαντικά καμπινέδων
________________________
photo: απο τον κηπο της μανας μου
Κυριακή, Ιουλίου 11, 2010
108. Μη πυροβολείτε τις τρίχες

___________
photo from http://gosmiley.com/eyecatcher/hair_styles.html
Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010
107. ο ανθρακωρύχος

Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010
106. το σπυράκι

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010
105. ο άνθρωπος κάκτος

Σάββατο, Μαΐου 22, 2010
104. κι έπειτα ήρθαν οι κινέζοι...
Τρίτη, Μαΐου 18, 2010
103. το ζουμί

Τετάρτη, Μαΐου 12, 2010
102. η μπιστόλη

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010
101. το σκουλήκι

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010
100. ερωτισμός με σμόκιν

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 15, 2010
099. η Υπογραφή

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010
098. εκείνη περπατούσε ξυπόλητη...

Σάββατο, Ιανουαρίου 30, 2010
097. οι αλλεπάλληλοι θάνατοι της Βέρας Καλτάκα
Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010
096. το πάθος που δεν υπήρξε
Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010
095. εκεινη που ετρωγε γυαλια
Τρίτη, Ιανουαρίου 12, 2010
094. το φάντασμα του Κολοράντο

Οταν η Βέρα Καλτάκα επισκέφτηκε τη κοιλάδα του Κολοράντο, συνάντησε έναν άνθρωπο μασκαρεμένο σε ινδιάνο. Φορούσε το χαρακτηριστικό κάλυμμα του κεφαλιού, εκείνο με τα φτερά, αλλά από κάτω φόραγε ένα μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το λαιμό κι ένα τριμμένο μπλουτζίν. Στα πόδια δεν φορούσε τίποτα, ήταν ξυπόλητος και αυτό την εντυπωσίασε: «Δεν καίγονται οι πατούσες σας;» τον ρώτησε, αλλά εκείνος απέστρεψε περήφανα το πρόσωπο, έκανε μεταβολή, πέρασε μέσα από ένα βράχο σαν φάντασμα και εξαφανίστηκε. Τότε ακριβώς, η Βέρα Καλτάκα κατάλαβε πως είχε την τιμή να απεύθύνει το λόγο σε κάτι τι ανύπαρκτο. Περισσότερο ανύπαρκτο ακόμα κι από τον ωραίο Μεργκαέλ, που απλώς δεν της έδινε σημασία όταν του μιλούσε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)