Είχε ξετρελλαθεί με τα κρουστά από τη βραδιά που άκουσε το μεγάλο Λάιονελ Χάμπτον να παίζει σε ένα τηλεοπτικό σταθμό. Ακουγε και δεν πίστευε στα αυτιά του, τόσο το είχε συνεπάρει ο ήχος του ξυλόφωνου και των τυμπάνων. Ηταν ένα αηδόνι μονάχα, όμως. Ενα αηδόνι με φτερούγες, που τραγουδούσε. Αποφάσισε να προσαρμόσει ξυλαράκια στα φτερά του, τα κόλλησε με κερί και άρχισε να κοπανά τα συρματοπλέγματα που έζωναν ένα χωράφι. Ο ήχος δεν έφτανε ούτε το νυχάκι του Λάιονελ. Απελπίστηκε. Ξαναπροσπάθησε. Τα ξυλαράκια ξεκόλλησαν. Το αηδόνι έπεσε ανάσκελα στα χόρτα. Εκανε "ωχ" και ο Λάιονελ έστησε αυτί. Ηταν το αγαπημένο του αηδόνι, το αηδόνι που τού έδινε έμπνευση με τις γλυκειές του μελωδίες. Το αηδόνι ξανάκανε "ωχ, ωχ, ωχ" επειδή πονούσε και επειδή ήξερε πως δεν θα έφτανε ποτέ τη μεγαλοσύνη του Λάιονελ. Δεν ήξερε όμως ότι ο μεγάλος των κρουστών εμπνεόταν απο το δικό του τραγούδι κι έτσι αφέθηκε να ξεψυχήσει. Τα διηγήθηκαν όλα αυτά συναμετάξυ τους μετά από μερικά χρόνια, όταν συναντήθηκαν στον Παράδεισο και κατάφεραν επιτέλους να παίξουν μαζί.
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου