Γιατί σκοτείνιασε ο στόχος; Ηταν πάντα σκοτεινός και δεν το πρόσεξα; Μήπως τώρα δα αποφάσισε να σκοτεινιάσει; Τι του συνέβη τάχα; Γίνεται άραγε να ξαναβρεί τη λάμψη του ή χρειάζεται να αλλάξω στόχο; Υπάρχει κάποια ουσία που μπορεί να τον λαμπρύνει και πάλι; Εχω μέρος της ευθύνης για τη μουτζουρίαση που έπαθε ή φταίει κάτι άλλο; Ενας ιός, ένα μικρόβιο, ένας βάκιλος; Υπάρχει αντιβιοτικό να τον γιατρέψει και, αν υπάρχει, που πουλιέται; Παράξενα πράγματα που συμβαίνουν... Θα τα κοιμηθώ και αύριο αποφασίζω. Υπάρχει καιρός να αποφασίσω; Θα προλάβω;
τόσο μόνη μπροστά στην οθόνη που σημαίνει σεντόνι μια φτωχή Αντιγόνη παραπαίει στο χιόνι κι η καρδιά της φουσκώνει βουλιαγμένη στη σκόνη στην ασπίδα καρφώνει σιδερένιο μπαλόνι ένα βλέμμα λεμόνι παγωτό που δεν λιώνει κι όμως, να! ξημερώνει στο χτισμένο μπαλκόνι τη μαυρίλα σκοτώνει ένα φως μεγαλώνει λούζει πλένει τη σκόνη το λινό σιδερώνει και στο άσπρο σεντόνι με την πλάτη ξαπλώνει η φτωχή Αντιγόνη στη σβησμένη οθόνη λέει «πάψε κοθώνι!» καθαρίζει τεντώνει τη σιωπή πάντα μόνη κι η σιωπή μεγαλώνει
τα γραμμένα ειναι αυτόματα, βλεπω μια εικόνα και γράφω, οι ήρωες είναι αυτοκέφαλοι, οι εικόνες πυροβολούν τυχαία το μόνιτορ, δεν φταίω καθόλου, είμαι αθώα, θα μπορούσα να είμαι απλώς ένα μολύβι, ένα στυλό ή μια φωτογραφική μηχανή εγκεφάλου